Δύο πράγματα μπορεί να χαρακτηρίσει «τρομακτικά» ο Ευθύμης Φιλίππου: τη δημόσια έκθεση και την αγένεια. Δεν του είναι καθόλου ευχάριστη η διαδικασία των συνεντεύξεων, και το ομολογεί. Όπως τον απωθεί και η υπερβολική έκθεση. Όταν πρόσφατα ο Γιώργος Λάνθιμος τον ρώτησε αν θέλει να πει κάτι, στρέφοντας το μικρόφωνο προς το μέρος του, στη σκηνή του Odeon, στη Leicester Square, στη μεγαλοπρεπή λονδρέζικη πρεμιέρα της ταινίας, απάντησε απλώς «όχι».

«Δεν σας είδα και στις φωτογραφίες στο κόκκινο χαλί πριν από την προβολή», σχολιάζω. «Δεν υπήρχε λόγος να με δείτε», απαντά. «Δεν με αναγνωρίζουν. Οι φωτογράφοι ενδιαφέρονται για τη Νικόλ Κίντμαν, τον Κόλιν Φάρελ, τον Γιώργο Λάνθιμο. Δεν μου είναι ευχάριστο να φωτογραφίζομαι. Το κάνω μόνο όταν πρέπει». Ο 40χρονος Ευθύμης Φιλίππου, στενός συνεργάτης του Γιώργου Λάνθιμου από τον «Κυνόδοντα» (2009), βραβεύεται σχεδόν πάντα για τα σενάρια που συνυπογράφει με τον διεθνή, Έλληνα, σκηνοθέτη. Η τελευταία παραγωγή «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» απέσπασε στο φετινό Φεστιβάλ Καννών το βραβείο σεναρίου. Είχαν προηγηθεί οι «Άλπεις» (2010, βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ της Βενετίας) και ο «Αστακός» (2015, βραβεύτηκε επίσης για το σενάριό του στο Cinemart, του Διεθνούς Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, πριν από την υποψηφιότητά του για το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου).

Το χαμηλό προφίλ που συντηρεί δεν συνεπάγεται απομόνωση. Ο Ευθύμης Φιλίππου ελκύεται από τις ανθρώπινες ιστορίες, του αρέσει να ακούει ή να κρυφακούει σε δημόσιους χώρους αφηγήσεις, μπαίνει πάντα στον κόπο να ρωτήσει τον συνομιλητή του «τι κάνει», περιμένοντας μια απάντηση που δεν εξαντλείται στο τυπικό «καλά, ευχαριστώ». 

Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ του κέντρου –μετακόμισε από το Μετς στα Πετράλωνα– και τα πρώτα λεπτά αφιερώθηκαν στο... Παγκράτι. Κοινό σημείο αναφοράς, γειτονιά που αγάπησε ο Ευθύμης Φιλίππου, για την οποία μοιραζόμαστε το ίδιο συναίσθημα οικειότητας. Από απροσδιόριστες διαδρομές ήρθε στην κουβέντα και η λογοτεχνία και τον ρώτησα τις προτιμήσεις του. Απάντησε χωρίς περιστροφές: «Α, δεν έχω διαβάσει πολλά βιβλία. Προτιμώ να ακούω ανθρώπους, ιστορίες. Με συναρπάζει πιο πολύ ο προφορικός λόγος από τον γραπτό. Ό,τι δουλειά κι αν έκανα, θα έπιανα την κουβέντα με τους ανθρώπους. Ενώ δεν είμαι καθόλου κοινωνικός. Δεν πιάνω κουβέντα στα αεροπλάνα, δεν πιάνω κουβέντα στον δρόμο. Παρ’ όλα αυτά, και ας φαίνεται αντιφατικό, μου αρέσει πάρα πολύ να ξέρω. Να ξέρω πού μένετε, τον δρόμο, τη δουλειά σας. Όλο αυτό είναι για μένα αναγκαίο».

Όταν γράφετε ένα σενάριο, φαντάζεστε τους χαρακτήρες στην καθημερινότητά τους; Τι τρώνε, πώς ντύνονται, πώς κινούνται;

Ναι. Με λεπτομέρειες. Ρούχα, μαλλιά, βάρος, παπούτσια, πρόσωπο. Όλα. Με βοηθάει πολύ. Όχι φυσικά για να συμπεριληφθεί η περιγραφή στο σενάριο, αλλά για να κατανοήσω εγώ πώς είναι και πώς κινείται ο χαρακτήρας στην ιστορία. Δεν θα μπορούσε να μιλάει στο κεφάλι μου κάτι που δεν έχω προσδιορίσει, ντύσει, χτενίσει κ.λπ. Κι έχω πάντα μια εικόνα, που όμως δεν είναι ποτέ η ίδια με τον/την ηθοποιό που τελικά ερμηνεύει τον ρόλο. Και παλιότερα αυτό ήταν τρομακτικό, αλλά πλέον έχει πλάκα. 

Σας τρομάζει μερικές φορές η επιλογή του ηθοποιού;

Ναι, βέβαια! Είναι πολύ περίεργο το να βλέπεις τον γραπτό λόγο να γίνεται προφορικός από κάποιον που δεν έχεις φανταστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είτε αυτός είναι ο καλύτερος είτε είναι ο χειρότερος ηθοποιός του κόσμου, δεν έχει σημασία. Στην αρχή αναρωτιόμουν γιατί μιλάει έτσι αυτός ή γιατί έχει αυτά τα μαλλιά ή γιατί η φωνή του έχει αυτή τη χροιά. Τώρα κάπως έχω εξοικειωθεί. Τώρα ίσως το περιμένω και με αγωνία. Ενώ συμμετέχω στη διαδικασία του κάστινγκ από απόσταση κι έχω μια εικόνα για το τι πρόκειται να συμβεί, είναι πάντα εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτό που βλέπεις στο τέλος είναι τόσο άλλο από αυτό που έχεις σκεφτεί όταν γράφεις. Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, θα ήταν ακόμα πιο τρομακτικό εάν αυτό που βλέπεις στο τέλος είναι ακριβώς αυτό που είχες φανταστεί όταν έγραφες.

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάτι ατσαλάκωτο στους χαρακτήρες των ταινιών του Γιώργου Λάνθιμου; Και έρχεται η στιγμή που «σπάνε» σε χιλιάδες κομμάτια;

Η πρόθεσή μας είναι να γίνεται σαφές εξαρχής ότι οι χαρακτήρες είναι «χαλασμένοι», κάνουν λάθη, δεν έχουν σταθερό βηματισμό. Δεν ξέρω αν αυτό επιτυγχάνεται, αλλά αυτή είναι η πρόθεση. Ποτέ δεν σκέφτομαι ότι οι χαρακτήρες είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι. Πάντα είναι αφελείς και πάντα κάτι, φυσικά, πάει στραβά κάποια στιγμή. Αυτή η συγκεκριμένη μανιέρα στη σκέψη όταν γράφω προσπαθώ απεγνωσμένα να μη γίνεται και μανιέρα στη σκέψη όταν δεν γράφω, γιατί είναι κρίμα να μη συνειδητοποιεί κανείς ότι μερικές φορές στη ζωή τα πράγματα δεν πάνε στραβά. 

Αν τοποθετούσατε τους ήρωές σας σε μια χώρα, ποια θα διαλέγατε;

Την Ελλάδα. Καλώς ή κακώς. Γράφω στα ελληνικά, στο κεφάλι μου όλοι αυτοί μιλούν ελληνικά, ακόμα κι αν μετά καταλήξουν στην Ιρλανδία ή στο Σινσινάτι. Θα διάλεγα την Ελλάδα, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει καλντερίμια στα νησιά ή πολυκατοικίες στην Αχαρνών. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι ανθρώπινες συμπεριφορές που φαντάζομαι κι ελπίζω να είναι πάνω κάτω περίπου ίδιες στην Αχαρνών και στην Ιρλανδία. Άλλωστε, με τον Γιώργο ποτέ δεν συζητάμε για το πού, πριν τελειώσει ένα σενάριο. 

Αν συμπληρώναμε το βιογραφικό του Κόλιν Φάρελ, για παράδειγμα, ως διαπρεπούς καρδιοχειρουργού Στίβεν (στην ταινία «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού»), πού θα λέγαμε ότι έχει γεννηθεί;

Τι να σας πω... Στη Λάρισα. Τυχαία η αναφορά της Λάρισας, δεν σημαίνει κάτι συγκεκριμένο. Εννοώ πως δεν έχει σημασία. Όπου κι αν έχει γεννηθεί κανείς -χωρίς να υποτιμώ τις συνθήκες και τους εξωτερικούς παράγοντες-, έχει το ίδιο δικαίωμα στον εγωισμό, στην αποτυχία, στη βλακεία, στην ευτυχία, στα πάντα. Οι άνθρωποι πληγώνονται το ίδιο, χαίρονται το ίδιο, προδίδονται το ίδιο. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου κατά τη διάρκεια της γραφής η πόλη ή η χώρα παρά μόνο το δωμάτιο όπου διαδραματίζεται η εκάστοτε σκηνή. 

Μια ιστορία εκδίκησης

Σύμφωνα με την υπόθεση της ταινίας, όπως την αντιγράφω από το δελτίο Τύπου: «Ο Στίβεν (Κόλιν Φάρελ) και η Άννα (Νικόλ Κίντμαν) είναι ένα ευκατάστατο ζευγάρι γιατρών, εκείνος διαπρεπής καρδιοχειρουργός, εκείνη καταξιωμένη οφθαλμίατρος, που ζουν ευτυχισμένοι με τα δυο τους παιδιά, τη δεκατετράχρονη Κιμ (Ράφεϊ Κάσιντι) και τον δωδεκάχρονο Μπομπ (Σάνι Σούλιτς). O Στίβεν έχει αναπτύξει φιλική σχέση με τον Μάρτιν (Μπάρι Κόγκαν), ένα δεκαεξάχρονο αγόρι, ορφανό από πατέρα, το οποίο μοιάζει να έχει υπό την προστασία του. Τα πράγματα παίρνουν ολέθρια τροπή όταν ο γιατρός συστήνει τον Μάρτιν στην οικογένειά του, αναστατώνοντας τον κόσμο τους, ενώ ο ίδιος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε μια ασύλληπτη θυσία και τον κίνδυνο να χάσει τα πάντα». 

Ζητώ από τον Ευθύμη Φιλίππου να προσδιορίσει, με δικά του λόγια, το περιεχόμενο της ταινίας. Είναι λακωνικός: «Για μένα πρόκειται για μια ιστορία εκδίκησης. Εκδικείται ο 16χρονος τον γιατρό. Οφθαλμός αντί οφθαλμού».     

Η φιλία και η εκδίκηση μπορεί να είναι και συγκοινωνούντα δοχεία;

Η εκδίκηση έχει μέσα της μια μεγάλη γελοιότητα, μια μεγάλη ματαιότητα, αλλά έχει και μια εξωστρέφεια, μια αποσυμφόρηση, μια εκτόνωση που είναι ωραία και η εκδίκηση μπορεί να συγκοινωνεί με τα πάντα: με τη φιλία, με τον έρωτα, με τον φούρναρη, με τους συγγενείς μας, με τον γείτονα, με τον σκύλο μας, με τους εαυτούς μας ενίοτε. Τα πάντα συγκοινωνούν με τα πάντα, ακι αυτό είναι που δημιουργεί όλο το μπέρδεμα. Ο φούρναρης με τον έρωτα και την εκδίκηση μπερδεύονται με τον γείτονα και τον σκύλο. Κι εκεί είναι που τα σενάρια αρχίζουν να γίνονται δυσνόητα. 

Ο «Θάνατος του ιερού ελαφιού» είναι σκοτεινή ταινία;

Το σινεμά και η λογοτεχνία, και ο χορός, και η οποιαδήποτε μορφή τέχνης, ποτέ δεν θα καταφέρουν να φτάσουν τον παραλογισμό της ζωής. Αυτό που θα κάνουν πάντα είναι να προσπαθούν. Όσο οι άνθρωποι είναι ικανοί για τα πάντα, τόσο η καλλιτεχνική αναπαράσταση θα προσπαθεί ανεπιτυχώς να τους προφτάσει. Τώρα δεν ξέρω πόσο σκούρα πρέπει να είναι μια ταινία για να είναι σκοτεινή. Η ταινία αυτή -όπως όλες οι ταινίες- προσπαθεί να περιγράψει κάτι. Αυτό το κάτι έχει αστείες και όχι αστείες πλευρές. Αν οι όχι αστείες την κάνουν σκοτεινή ή μαύρη ή ζοφερή, αυτό δεν το γνωρίζω. Υποθέτω ότι κάποιοι θα τη βρουν σκοτεινή, κάποιοι φωτεινή, κάποιοι φωσφοριζέ, κάποιοι πολιτική, κάποιοι θα κοιμηθούν, κάποιοι θα εκνευριστούν. Το φυσιολογικό δηλαδή. ■

 

Ταινίες, θέατρο και ένα βιβλίο

Ο Ευθύμης Φιλίππου γράφει ήδη το επόμενο σενάριο μαζί με τον Γιώργο Λάνθιμο. «Υπάρχει μια μικρή σύνοψη, αλλά μπορεί στο τέλος να βγει κάτι εντελώς διαφορετικό», επισημαίνει. Παράλληλα ολοκληρώνει ένα θεατρικό έργο που θα παρουσιαστεί τον Ιανουάριο στη Στέγη Γραμμάτων, εμπνευσμένο από τον Ρομπέρτο Τσούκο και σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Το βιβλίο που ετοιμάζει δεν έχει σαφή ημερομηνία κυκλοφορίας (από τις εκδόσεις MNP). Περιλαμβάνει θεατρικά έργα του, στίχους, συνεντεύξεις που έχει κάνει ο ίδιος, διηγήματα, «καινούργιο και παλιό υλικό  που δεν έχει εκδοθεί, μαζί με φωτογραφίες του Σπύρου Στάβερη. Εικόνα και λόγος από δύο ανθρώπους», συνοψίζει. 

Στο 58ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2-12 Νοεμβρίου)  ο Ευθύμης Φιλίππου «συμμετέχει» με μια carte blanche: το Φεστιβάλ τού ζήτησε να επιλέξει τις 10 αγαπημένες ταινίες του. Η σύνθεση περιλαμβάνει από τη «Φωτογραφία» του Παπατάκη έως Τζέιμς Μποντ («Επιχείρηση κινούμενος στόχος»), Μάικ Νίκολς («Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;»), Σκορσέζε («Βασιλιάς για μία νύχτα»), Κόπολα («Η συνομιλία»), αλλά και Χάνεκε («Το βίντεο του Μπένι»). Όταν τον ρωτώ με ποιο από τα σενάριο αισθάνεται μεγαλύτερη συγγένεια, διστάζει για λίγο: «Ίσως με τη “Μάρθα” του Φασμπίντερ, μια δυσλειτουργική σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους».

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ