ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θ. Φέσσας στην «Κ»: «Δεν θα βγούμε από την κρίση από την ίδια πόρτα που μπήκαμε»

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

«Πρέπει να αρχίσουμε να μειώνουμε το υψηλό μη μισθολογικό κόστος σε επίπεδα κατώτερα του μέσου όρου του ΟΟΣΑ», λέει ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θεόδωρος Φέσσας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η επιστροφή σε παλαιούς κανόνες που ίσχυαν στην αγορά εργασίας θα ήταν αναντίστοιχη με τη σημερινή οικονομική πραγματικότητα και στόχευση, επισημαίνει ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θεόδωρος Φέσσας σε συνέντευξή του στην «Κ». Μάλιστα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου υπογραμμίζοντας ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα και κινδυνεύει να υποτροπιάσει. Ειδικά στο θέμα των συλλογικών συμβάσεων, ο κ. Φέσσας υποστηρίζει ότι πρέπει να υπερισχύει η επιχειρησιακή σύμβαση και επιμένει πως κλαδικές ΣΣΕ που δεν έχουν συνυπογραφεί και από τις δύο πλευρές δεν πρέπει να κηρύσσονται υποχρεωτικές. Αλλά και στην περίπτωση της λειτουργίας του ΟΜΕΔ (Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας), σημειώνει πως η υποχρεωτική διαιτησία καταστρέφει τις δυνατότητες ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ δηλώνει κατηγορηματικά πως πρέπει να πάψουμε να υπερφορολογούμε την παραγωγική εργασία και επισημαίνει πως οι νέες θέσεις απασχόλησης εργασίας δεν μπορούν να δημιουργηθούν εκεί που χάθηκαν οι παλιές, καθώς πολλές από αυτές δεν ήταν βιώσιμες. Οσο για την επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, ξεκαθαρίζει ότι αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί είναι ο χαμηλός ρυθμός νέων επενδύσεων που συνδέεται με λιγοστές νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης έναντι της μερικής.

– Στην πρόσφατη ημερίδα σας για το μέλλον της εργασίας στην Ελλάδα, παραδεχθήκατε ότι η δημιουργία πολλών, ποιοτικών θέσεων εργασίας αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας. Εχετε αξιολογήσει τους λόγους για τους οποίους οι θέσεις εργασίας που υπήρχαν πριν από την κρίση αποδείχθηκαν τόσο ευάλωτες, ενώ δεν συνέβη το ίδιο σε άλλες χώρες;

– Η Ελλάδα ούτε μπορεί ούτε πρέπει να προσδοκά να επιστρέψει στο 2008, όσον αφορά τη δομή της απασχόλησης. Μεταξύ 2008 και 2013, χάθηκαν 900.000 θέσεις εργασίας. Οπως συνέβη με την κατάρρευση του ΑΕΠ, έτσι και για την κατάρρευση της απασχόλησης, ευθύνεται η επί σειρά ετών τεχνητή και παρά φύσιν διόγκωση των μη εμπορεύσιμων εις βάρος των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, που έφθασε στο κατώτατο σημείο του 18,7% του ΑΕΠ το 2009. Οι νέες θέσεις εργασίας δεν μπορούν να δημιουργηθούν εκεί όπου χάθηκαν οι παλιές, διότι, μεταξύ άλλων, πολλές από αυτές δεν ήταν βιώσιμες. Θα πρέπει συνεπώς να δημιουργηθούν νέες, σε διαφορετικές δραστηριότητες. Οι πρωταρχικές πηγές της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και απασχόλησης βρίσκονται στους κλάδους που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, δηλαδή στη μεταποίηση, τον ποιοτικό τουρισμό και τις νέες τεχνολογίες.

– Υστερα από σειρά παρεμβάσεων στην εγχώρια αγορά εργασίας κατά την τελευταία 7ετία, εκτιμάτε ότι παραμένει δύσκαμπτη και μη ανταγωνιστική;

– Η εργασιακή μεταρρύθμιση είναι από τις πλέον ολοκληρωμένες μεταρρυθμίσεις στην περίοδο των μνημονίων. Η λειτουργία της αγοράς εργασίας είναι πιο αποτελεσματική από ό,τι ήταν μέχρι το 2009. Γι’ αυτό, παρά τη στασιμότητα του ΑΕΠ επί δύο χρόνια, δημιουργούνται περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες χάνονται. Ωστόσο, ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η παλινδρόμηση, με τη λήξη του προγράμματος το 2018, στο καθεστώς που ίσχυε πριν από την κρίση. Η υπερρύθμιση της ελληνικής αγοράς εργασίας την κατέτασσε το 2009 ανάμεσα στις πλέον δύσκαμπτες του ΟΟΣΑ, με βαθμολογία 2,8 στο δείκτη EPL. Με τις νομοθετικές αλλαγές του 2010-2011, έπεσε στον μέσον όρο του ΟΟΣΑ (2,3). Το παλαιό καθεστώς ήταν ένας από τους τρεις κύριους λόγους για τους οποίους μας απέφευγαν οι μεγάλοι επενδυτές του εξωτερικού.

– Η κυβέρνηση υποστηρίζει την επαναφορά στο τέλος του 3ου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, τον Αύγουστο του 2018, διατάξεων της παλαιότερης νομοθεσίας που έχουν «παγώσει». Ποια είναι η θέση του ΣΕΒ για αυτό;

– Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να γίνει από την ίδια πόρτα που μπήκαμε σε αυτήν. Οι εργασιακές ρυθμίσεις επηρεάζουν άμεσα τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τον μετασχηματισμό μας σε μια εξαγωγική οικονομία, που άλλωστε αποτελεί διακηρυγμένο στόχο δικό μας αλλά και της σημερινής κυβέρνησης. Η αγορά εργασίας μέχρι το 2009 υπηρετούσε μια κλειστή οικονομία μη διεθνώς εμπορευσίμων προϊόντων, καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας δεν αποτελούσε βασικό κριτήριο στη διαμόρφωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Αρα επιστροφή σε παλαιούς κανόνες θα ήταν αναντίστοιχη με τη σημερινή οικονομική πραγματικότητα και στόχευση. Επιπλέον, ας έχουμε υπόψη ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα και κινδυνεύει να υποτροπιάσει κάτω από οριζόντιες αναγκαστικές ρυθμίσεις. Μην ξεχνάμε πως εκκρεμεί μια σημαντική αναδιάρθρωση μεγάλης μερίδας προβληματικών επιχειρήσεων για τις οποίες η ευελιξία στην αγορά εργασίας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιβίωσης και διάσωσης θέσεων εργασίας. Η εθνική στρατηγική απασχόλησης που εισηγούμαστε λαμβάνει υπόψη όλες αυτές τις παραμέτρους και δημιουργεί τις προϋποθέσεις να συζητήσουμε με την κυβέρνηση και τους εργαζομένους πως θα επιστραφεί στην κοινωνία το μέρισμα της κερδισμένης παραγωγικότητας. Πάντως, οποιαδήποτε αναδιανομή χωρίς αύξηση του παραγομένου εισοδήματος και της παραγωγικότητας θα είναι ατελέσφορη.

Η επιχειρησιακή σύμβαση εξασφαλίζει την επιβίωση εταιρειών και θέσεων εργασίας

– Ειδικότερα για την επεκτασιμότητα και την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης στις συλλογικές συμβάσεις;

– Εχουμε με έμφαση τονίσει ότι, σε περιπτώσεις συρροής συμβάσεων, πρέπει να υπερισχύει η επιχειρησιακή. Η σημερινή ρύθμιση, όπου υπερέχει η επιχειρησιακή έναντι της κλαδικής, εξασφαλίζει την επιβίωση πολλών επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας. Στην επεκτασιμότητα δεν πρέπει να επαναληφθούν λάθη και καταχρήσεις του παρελθόντος. Να τεθούν προϋποθέσεις, όπως πραγματική πλειοψηφική αντιπροσωπευτικότητα εργοδοτών και εργαζομένων και ισορροπία ρυθμίσεων, ώστε να μη θίγονται οι αδύναμες εταιρείες του κάθε κλάδου. Επιπλέον, κλαδικές ΣΣΕ που δεν έχουν συνυπογραφεί και από τις δύο πλευρές δεν πρέπει να κηρύσσονται υποχρεωτικές. Τέλος, η επέκταση των ομοιοεπαγγελματικών στερείται λογικής. Καλύπτουν εργαζομένους σε ανόμοιες μεταξύ τους επιχειρήσεις, σε διαφορετικούς κλάδους, σε επιχειρήσεις με πολύ διαφορετική οικονομική κατάσταση.

– Κατά καιρούς έχετε τοποθετηθεί κατά της μονομερούς προσφυγής στον ΟΜΕΔ, παρά την απόφαση του ΣτΕ. Η συζήτηση με τους εκπροσώπους των δανειστών αναμένεται να ανοίξει εκ νέου, καθώς η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί για την αξιολόγηση του υφιστάμενου πλαισίου διαιτησίας και για πιθανή αλλαγή του πλαισίου εντός του 2018. Ποιες είναι οι προτάσεις σας;

– Επί της ουσίας, η πρότασή μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του πλέον αρμόδιου οργάνου, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO), που έχει κρίνει ότι η υποχρεωτική διαιτησία είναι αντίθετη προς τις διεθνείς συμβάσεις. Ειδικά για την ελληνική περίπτωση, τα ίδια όργανα έχουν κρίνει ότι είναι αντίθετη προς την ελευθερία των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Επί της διαδικασίας, πρέπει να γίνει ουσιαστική αξιολόγηση και συζήτηση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Ισως τότε γίνει περισσότερο κατανοητό ότι η υποχρεωτική διαιτησία καταστρέφει τις δυνατότητες ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων.

– Η σημαντική αύξηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και οι συνέπειες που αυτή έχει στην ποιότητα της μισθωτής απασχόλησης σας προβληματίζουν;

– Η Ελλάδα, στην πορεία της προς μια παραγωγική οικονομία και ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, έχει ανάγκη από ιδιωτικές επενδύσεις που θα δημιουργήσουν περισσότερες και καλύτερες δουλειές πλήρους μισθωτής απασχόλησης. Οι ευέλικτες μορφές αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμα της αγοράς εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, το 70% των συμβάσεων εργασίας, σύμφωνα με τα στοιχεία των συστημάτων «Εργάνη» και ΕΦΚΑ, αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση (περισσότερες από 35 ώρες εβδομαδιαίως) και 30% σε μερική. Αν προσθέσουμε και τον δημόσιο τομέα, η πλήρης απασχόληση στο σύνολο των εργαζομένων φθάνει στο 90%. Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης είναι αναγκαίες για επιχειρήσεις και κλάδους όπως, π.χ., το λιανικό εμπόριο. Επιπλέον, όταν δεν υποκρύπτουν ημιδηλωμένη πλήρη απασχόληση και είναι επιλογή του εργαζομένου, αποτελούν πηγή εισοδήματος για ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Αυτό που πρέπει να μας ανησυχήσει, δεδομένου ότι σήμερα η αναλογία μεταξύ πλήρους και μερικής στις νέες θέσεις εργασίας είναι 1:1, είναι ο χαμηλός ρυθμός νέων επενδύσεων που συνδέεται με λιγοστές νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης έναντι της μερικής.

– Το υψηλό μη μισθολογικό κόστος της εργασίας επηρεάζει και το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, ενώ δημιουργεί ώθηση προς την αδήλωτη ή υποδηλωμένη εργασία αλλά και στην προσχηματική αυτοαπασχόληση. Πώς μπορεί να σταματήσει αυτό;

– Είναι μία από τις σημαντικότερες στρεβλώσεις στην ελληνική αγορά εργασίας και το πλέον σοβαρό πρόβλημα για τις εξωστρεφείς ελληνικές επιχειρήσεις. Εξαιτίας της, υστερούν σε ανταγωνιστικότητα και ταυτόχρονα ωθούν σε φυγή άξια στελέχη που στρέφονται σε ξένες αγορές με καλύτερες καθαρές αμοιβές. Πρέπει να αρχίσουμε να μειώνουμε το υψηλό μη μισθολογικό κόστος σε επίπεδα κατώτερα του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Για τους χαμηλόμισθους είμαστε στην Ελλάδα λίγο πάνω από τον μέσο όρο κόστους. Για τις ανώτερες κατηγορίες πολύ πιο πάνω του μέσου όρου, σχεδόν πρωταθλητές. Πρέπει να πάψουμε να υπερφορολογούμε την παραγωγική εργασία και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας και ανάπτυξης, αλλά και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ