Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Ανήλικα άκρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ​​εν συμβαίνει μόνο στις ΗΠΑ, όπου πέντε έφηβοι σκότωσαν 32χρονο πατέρα τεσσάρων παιδιών πετώντας πέτρες από γέφυρα σε διερχόμενα αυτοκίνητα – μία από αυτές, βάρους τριών κιλών έσπασε το παρμπρίζ αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν δύο συνάδελφοι που γύριζαν από τη δουλειά και συνέθλιψε το κρανίο του συνοδηγού. Και στη χώρα μας, προ ημερών, παιδιά πετούσαν αυγά και πέτρες (όχι κομμάτια βράχων, όπως οι πέντε του Μίσιγκαν) από γέφυρα σε διατρέχοντες την όχθη ποταμού. Παρέες πρώιμων εφήβων πετούν συχνά, σε παραλίες, βότσαλα σε μέγεθος γροθιάς, δήθεν στη θάλασσα, αλλά με αληθινό στόχο τα σώματα λουομένων. Πλήθος οι παρόμοιες ιστορίες. Διαφορετικά τα μεγέθη, αλλά ίδιο το κίνητρο της μακάβριας ψυχαγωγίας, να αντλούν ηδονή από τη βία, να έχουν χόμπι την καταστροφή: «Παίζαμε, μια φάρσα κάναμε», είπαν οι πέντε Αμερικανοί έφηβοι.

Ο γρίφος πώς γίνεται τόση ανήλικη κτηνωδία συνήθως λύνεται με ευκολόχρηστες στερεοτυπικές ερμηνείες. Οπως ότι τα παιδιά αυτά είναι τέρατα που πλάστηκαν μέσα σε οδυνηρές σχέσεις, σε δύσκολα χρόνια μοναξιάς, φθόνου, μίσους, χαμηλής αυτοεκτίμησης, λόγω εγκατάλειψης από την οικογένεια, περιθωριοποίησης στον κοινωνικό περίγυρο, στέρησης, κακοποίησης. Ωστόσο, συνήθως, δεν πρόκειται για αποστερημένα παιδιά, έφηβους με τραχείς γονείς ώστε να μάθουν ότι η βία είναι ο πιο ταχύς –αιματηρός– τρόπος διεκδίκησης και επίλυσης των διαφορών ανάμεσα στους ανθρώπους. Ετσι λέμε ότι φταίνε τα πολυμέσα, παράθυρα σε ένα σύμπαν μεταξύ άλλων και με απειράριθμα παραδείγματα επιθετικότητας και βαναυσοτήτων, σκοτεινές ζώνες, άρνηση και τρόμο, ότι φταίει η παιδική αδυναμία να γίνει διάκριση ανάμεσα στον κόσμο της φαντασίας που παρεισδύει προοδευτικά στην καθημερινότητα και σε εκείνον της πραγματικότητας χωρίς τις ψευδείς χαρές του αγνώστου. Οτι είναι η έλλειψη ασφάλειας ακόμη και σε άλλοτε προστατευμένα περιβάλλοντα, όπως το σχολείο. Η αίσθηση της ομάδας, που προσφέρει συντροφικότητα, αμβλύνει την ατομική ευθύνη και κάνει ηρωική τη βίαιη πράξη. Φταίει, λέμε, η ανομία (ουδείς θα ισχυριζόταν ότι πρόκειται για αναληθή εικοτολογία), η απαξίωση νόμων και κανονισμών, το περιρρέον αίσθημα μη τιμωρίας των παρανόμων. Με άλλα λόγια, ότι η κοινωνία προετοιμάζει το έγκλημα, ο άγουρος εγκληματίας το διαπράττει.

Κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες στη διάχυση της βίας στα μύχια του κοινωνικού οικοδομήματος. Στη χώρα μας βιώνουμε, από τους παρωπιδικούς βανδαλισμούς και τον καθημερινό κανιβαλισμό στους δρόμους –ένα είδος εγχώριας ψυχαγωγίας, συνηθισμένο όπως η αισχροκέρδεια, ανεκτό όπως η διαφθορά, αφοπλιστικό όπως η μαγκιά– έως την εκχώρηση της έκβασης των πραγμάτων στον λοστό, τη φωτιά, τη βαριοπούλα, την αχρήστευση του κοινού κτήματος από κάθε κοινωνική ομάδα που προβαίνει σε επίδειξη ισχύος. Η βία μπερδεύτηκε με την αμφισβήτηση και έγινε παράδοση. Σίγουρα η επιθετικότητα, που τείνει να γίνει ρυθμιστής των ανθρώπινων σχέσεων, μαθαίνεται. Οσο παραμένουν αναπάντητα τα ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια της πολιτικής, την αξιοπιστία του κράτους, την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού ελέγχου, τόσο περισσότερο θα τείνουν να αποτελούν πρότυπο αυτοί που εκδηλώνουν την οργή τους θρυμματίζοντας, μαζί με τη βιτρίνα ενός πολιτισμού όπου αρκετά μοιάζουν να μην είναι στη θέση τους, την ενσυναίσθηση, τον συνεκτικό ιστό μας.

Πάντως, η πιο αφανής αιτία που οι κοινωνίες μας έχουν πισωγυρίσει σε εποχές ανατριχιαστικού κυνισμού και σύγκρουσης βαρβαροτήτων έχει να κάνει με την απουσία ενός γενέθλιου κι ενός μελλοντικού παραδείσου, με τον μηχανικό ηδονισμό, με τις απολιθωμένες ιδεολογίες, με την απώλεια του παλιού κρίκου που ένωνε την πολιτική φιλοσοφία με την Ιστορία. Καταρρέουν οι στοχεύσεις της προόδου· παρά το επιστημονικό και το τεχνολογικό μπουμ, αναβιώνουν οι φιλοπόλεμοι μύθοι, η λαϊκιστική δημαγωγία, οι εθνοτικοί ανταγωνισμοί και η μισαλλοδοξία. Που κάνουν το οριακό σημείο ζητούμενο και οικείο. Που παγιώνουν διαταραγμένες σχέσεις μέσα σε φαινομενικά γαλήνια πεδία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ