ΚΟΣΜΟΣ

Η Οκτωβριανή Επανάσταση

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΠΑΣ*

Ο Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν απευθύνεται στο δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Ο ρόλος του στα γεγονότα του 1917 τον κατέστησε τον σημαντικότερο επαναστάτη του 20ού αιώνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τι ήταν η κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους στις 25 Οκτωβρίου/7 Νοεμβρίου του 1917; Ιδού ένα ερώτημα που δεν θα πάψει ποτέ να τίθεται. Πάντως, λαϊκή επανάσταση με την έννοια της δυναμικής συμμετοχής και εμπλοκής μεγάλου τμήματος του πληθυσμού δεν ήταν. H περιώνυμη κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων ήταν ένα μάλλον εύκολο εγχείρημα, καθώς το κτίριο ήταν ουσιαστικά αφρούρητο. H εξέγερση ήταν κυρίως –αν όχι και αποκλειστικά– έργο κάποιων αποφασισμένων εργατών και στρατιωτών καθοδηγούμενων από τους Μπο­λσεβίκους. Μάλιστα, οι περισσότεροι κάτοικοι της Πετρούπολης –και πολλώ μάλλον, βέβαια, της υπόλοιπης Ρωσίας– ούτε καν είχε αντιληφθεί την επόμενη μέρα ότι κάτι σημαντικό είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, καθώς η κυβέρνηση Κερένσκι αδυνατούσε ουσιαστικά να επιβάλει τον έλεγχό της στη χώρα, η εξουσία ήταν «αδέσποτη», στους δρόμους, έτοιμη να περάσει στα χέρια μιας ομάδας επαναστατών αποφασισμένων και καλά προετοιμασμένων για κάτι τέτοιο. Την ίδια στιγμή, ιδίως μετά την αποτυχημένη επίθεση του Ιουλίου στη Γαλικία και το πραξικόπημα-φιάσκο του Κορνίλοφ, οι μονάδες του ρωσικού στρατού, που θα μπορούσαν θεωρητικά να υπερασπιστούν την κυβέρνηση Κερένσκι, διαλύονταν η μία μετά την άλλη, με τους άνδρες τους να λιποτακτούν και να γυρίζουν, κατά κανόνα, στα χωριά τους.

Εκλογές για τα μέλη της Συντακτικής

Τις αμέσως επόμενες μέρες οι Μπολσεβίκοι σχημάτισαν δική τους κυβέρνηση (για την ακρίβεια, Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού/Σοβναρκόμ) με επικεφαλής τον Λένιν. Ηταν μια κυβέρνηση της οποίας η εξουσία περιοριζόταν αρχικά στην Πετρούπολη, και μόνο σταδιακά επεκτεινόταν στην υπόλοιπη Ρωσία. Μία από τις πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης ήταν, πάντως, να προτείνει ανακωχή και να αρχίσει συνομιλίες με τους Γερμανούς, οι οποίες θα συνεχίζονταν έως τον Μάρτιο του 1918.

Ενα από τα ακανθώδη για το νέο καθεστώς προβλήματα ήταν και η ανειλημμένη υποχρέωση για εκλογή Συντακτικής Συνέλευσης, Σώματος στο οποίο τόσες ελπίδες και προσδοκίες είχαν επενδυθεί ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την παραίτηση του Τσάρου. Οι εκλογές για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης έγιναν πράγματι στις 12 Νοεμβρίου. Και πάλι τα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά ευνοϊκά ήταν για τους μπολσεβίκους, παρότι ο Λένιν και το κόμμα του είχαν ήδη αρχίσει να ελέγχουν σταδιακά τον κρατικό μηχανισμό. Από τα 707 μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης οι Μπολσεβίκοι είχαν μόνον 175 έδρες, περίπου το 25%. Οι Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι), που ήταν με διαφορά το πρώτο κόμμα, είχαν 410 έδρες, ενώ υπήρχαν επίσης 16 μενσεβίκοι, 17 συνταγματικοί δημοκράτες (Καντέ), καθώς και αρκετοί ανεξάρτητοι. Ακόμα και μετά τη διάσπαση του κόμματος των Εσέρων, την οποία προκάλεσαν εν πολλοίς οι Μπολσεβίκοι, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες δεν ήλεγχαν παρά μόνο 40 από τις αρχικές 410 έδρες του κόμματος στη Συντακτική Συνέλευση.

Η εκλογή και η επικείμενη σύγκληση της Συντακτικής έφερναν και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας: από τη μια η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων και το υπό τον έλεγχό τους Συμβούλιο των Σοβιέτ, από την άλλη η Συντακτική Συνέλευση. Με άλλα λόγια, σύμφωνα τουλάχιστον με την πολιτική αντίληψη και κουλτούρα των Μπολσεβίκων, η Συντακτική έπρεπε πλέον «ή να υποκύψει ή να διαλυθεί».

Ο ναύτης Ζελεζνιάκοφ και ο «λεγκαλισμός»

Αφού προηγουμένως είχαν ήδη συλληφθεί ορισμένα από τα ηγετικά στελέχη των Εσέρων, στις 5 Ιανουαρίου συνήλθε τελικά η Συντακτική Συνέλευση. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, όταν μια πρότασή τους απορρίφθηκε, οι Μπολσεβίκοι αποχώρησαν από την αίθουσα. Λίγο αργότερα η συνεδρίαση διακόπηκε για να συνεχιστεί την επόμενη μέρα. Επόμενη μέρα, όμως, δεν επρόκειτο να υπάρξει για τη Συντακτική Συνέλευση. Η κεντρική επιτροπή των Μπολσεβίκων, που συνεδρίαζε σε διπλανή αίθουσα, έδωσε εντολή στον επικεφαλής της φρουράς, τον ναύτη Ζελεζνιάκοφ, να ανακοινώσει στον πρόεδρο του Σώματος ότι οι συνεδριάσεις θα διακοπούν γιατί «η φρουρά είναι κουρασμένη»! Παράλληλα, μια διαδήλωση υπέρ της Συντακτικής την ώρα που αυτή συνεδρίαζε είχε διαλυθεί βιαίως, αφήνοντας μάλιστα πίσω της νεκρούς και τραυματίες. Οπως είχαν διαμορφωθεί τα πράγματα, η Συντακτική Συνέλευση ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά και να δώσει στη χώρα Σύνταγμα. Ετσι ή αλλιώς, τα διακυβεύματα ήταν πλέον εν πολλοίς άλλα, άμεσα συνδεδεμένα κυρίως με τον συσχετισμό δυνάμεων. Και όμως, η διάλυση της Συντακτικής ήταν πολιτική πράξη τεράστιας σημασίας, κυρίως στο συμβολικό επίπεδο, αλλά και ως δείγμα του τρόπου με τον οποίο το καθεστώς των Μπολσεβίκων σκόπευε να ασκήσει την εξουσία. Στο εξής, οποιοδήποτε εμπόδιο συναντούσαν το κόμμα και το καθεστώς στον δρόμο τους θα το εξαφάνιζαν ακόμα και με δυναμικά μέσα, αποκαλώντας μάλιστα την τήρηση των κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού «λεγκαλιστικές αυταπάτες» και τον σεβασμό προς τους θεσμούς «λεγκαλισμό». Δεν είναι τυχαίο ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ την κριτική της στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στον Λένιν την έγραψε την άνοιξη του 1918, κλεισμένη στις γερμανικές φυλακές, όταν έμαθε τα νέα για τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης. Εγραφε, λοιπόν, η Ρόζα: «Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή σε όλους τους δημόσιους θεσμούς ξεψυχάει, γίνεται επιφανειακή, και η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο». Και πιο κάτω: «Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος, όσο πολυάριθμα και αν είναι αυτά, δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντα ως ελευθερία για αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά».

Το ερώτημα του χαρακτήρα του καθεστώτος

Υπήρξε, άραγε, ο Στάλιν αυτός που οδήγησε το σοβιετικό σύστημα στην εκτροπή του από την αρχική του κοίτη και από τα αρχικά του προτάγματα; Ασφαλώς οι «αμαρτίες περί την διάπλασιν» του συστήματος παροξύνθηκαν και επιτάθηκαν επί Στάλιν, ο οποίος υπήρξε από κάθε άποψη κυνικός και αδίστακτος. Και όμως, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι ο Στάλιν δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να ωθήσει στην ακραία της συνέπεια τη λογική τού «ο [σοσιαλιστικός] σκοπός αγιάζει τα μέσα», ιδρυτική αρχή του μπολσεβικισμού. Μήπως τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά αν, αντί του Στάλιν, είχε επικρατήσει μετά τον θάνατο του Λένιν ο Τρότσκι; Πιστεύω ότι οι αρχές λειτουργίας του συστήματος είχαν ήδη εμπεδωθεί και δεν επρόκειτο να αλλάξουν ριζικά όποιος και αν επικρατούσε στον αγώνα για τη διαδοχή. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο Τρότσκι ήταν αυτός που επέμενε ότι έπρεπε να πνιγεί στο αίμα η εξέγερση των (ιστορικά οπαδών του κόμματος) ναυτών της Κρονστάνδης, το 1921. Επίσης, ο ίδιος αυτός Τρότσκι, λίγα χρόνια αργότερα, δήλωνε: «Δεν μπορείς να έχεις δίκιο κόντρα στις αποφάσεις του κόμματος. Δίκιο μπορείς να έχεις μόνο διά του κόμματος και εντός του κόμματος»!

Παιχνίδια εξουσίας

Ολα αυτά θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στη γενική διαπίστωση ότι το κόμμα των Μπολσεβίκων και το καθεστώς που αυτό δημιούργησε συνιστούσαν τον απόλυτο θρίαμβο, το «βασίλειο» των παιχνιδιών εξουσίας (power politics) βασισμένων στην κυνική διαμόρφωση και αξιοποίηση πολιτικών συσχετισμών, και αυτό τόσο ως προς τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων όσο και ως προς την αντιμετώπιση των εσωκομματικών αντιπάλων. Ετσι, ο Στάλιν συμμάχησε με τους Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ για να εξουδετερώσει τον Τρότσκι, αλλά και με τον Μπουχάριν και τη «δεξιά» πτέρυγα του κόμματος αργότερα προκειμένου να απομονώσει τους Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ. Οπως, άλλωστε, και οι Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να συμμαχήσουν με τον Τρότσκι, τον χθεσινό τους εχθρό, όταν κατάλαβαν ότι ο Στάλιν ετοιμαζόταν να τους παραμερίσει, και κατ’ επέκταση να τους εξουδετερώσει οριστικά.

Οι ρίζες του σοβιετικού αδιεξόδου

Πού βρίσκονταν, άραγε, οι ρίζες του αδιεξόδου στο οποίο θα κατέληγε ένα καθεστώς το οποίο, αφού πρώτα «διαχειρίστηκε τα όνειρα» εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (όπως τα «διαχειρίστηκε»), διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη εβδομήντα χρόνια αργότερα; Πολλές ήταν οι εσφαλμένες παραδοχές και εκτιμήσεις που αποτέλεσαν τις βάσεις του τόσο φιλόδοξου και μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος. Αν ήθελε κάποιος να σταθεί σε ορισμένες από αυτές, θα μπορούσε να επισημάνει τα εξής: Ηδη, από τα τέλη του 19ου αιώνα το θεωρητικό οικοδόμημα του μαρξισμού είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ούτε οι προλετάριοι ήταν πια σε κατάσταση που να μην έχουν να χάσουν «παρά τις αλυσίδες τους», ούτε ο αριθμός τους αυξανόταν με τέτοιο ρυθμό ώστε να αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.

Αντιθέτως, ο καπιταλισμός αφενός γεννούσε –και συνεχίζει να γεννά– όλο και πολυπληθέστερα μικροαστικά στρώματα και αφετέρου αποδεικνυόταν ικανός να δίνει στους εργάτες πολύ περισσότερα απ’ ό,τι φανταζόταν ο Μαρξ – άλλωστε, η αυξημένη αγοραστική τους δύναμη ήταν απαραίτητη για την αναπαραγωγή του. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες του λεγόμενου ρεφορμισμού, και όχι βέβαια σε κάποια θρυλούμενη «προδοσία» της Σοσιαλδημοκρατίας.

Στη Δυτική Ευρώπη

Επιπλέον, στη Δυτική Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με ό,τι συνέβαινε στην τσαρική Ρωσία, υπήρχε βαθιά ριζωμένη και συχνά με αγώνες κατακτημένη παράδοση πολιτικών ελευθεριών, κοινοβουλευτικών θεσμών και δημοκρατικής κουλτούρας, που τόσο το προλεταριάτο όσο και τα απαραίτητα για τις συμμαχίες της εργατικής τάξης στρώματα δεν ήταν διατεθειμένα να απαρνηθούν ή να αποκηρύξουν. Αντιθέτως, επιθυμούσαν να εμπλουτιστούν αυτοί οι θεσμοί και αυτές οι παραδόσεις, αποκτώντας και νέο, κοινωνικό περιεχόμενο. Τέλος, η αντίληψη του Λένιν για το κόμμα και τον ρόλο του έπασχε αφετηριακά. «Η εργατική τάξη από μόνη της δεν μπορεί να υπερβεί το επίπεδο του τρεϊντγιουνιονισμού. Η επαναστατική θεωρία και η σοσιαλιστική συνείδηση έρχονται στο προλεταριάτο απ’ έξω», έγραφε ο Λένιν. Και προσέθετε: «Η οργάνωση των επαναστατών πρέπει να αγκαλιάζει, πριν απ’ όλα και κυρίως, ανθρώπους που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση και που θα καθοδηγούν τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου. Η οργάνωση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κατ’ ανάγκην όσο το δυνατόν συνωμοτική». Αυτή η στρατιωτική/συνωμοτική αντίληψη του Λένιν δεν προέρχεται προφανώς από τον Μαρξ (ο οποίος, άλλωστε, ελάχιστα πράγματα έγραψε για το κόμμα). Αντιθέτως, είναι γέννημα αφενός του απολυταρχικού καθεστώτος και της απουσίας δημοκρατικών θεσμών και παραδόσεων στην τσαρική Ρωσία, και αφετέρου των απόψεων περί επαναστατικής πρωτοπορίας μιας ακραίας εκδοχής γιακωβινισμού – απόψεων όπως αυτές που χαρακτήριζαν τη δράση του Μπλανκί στη Γαλλία ή των ναροντνίκων τον 19ο αιώνα στη Ρωσία.

Σε τελική ανάλυση, ο μπολσεβικισμός υπήρξε γέννημα της ιδιότυπης όσο και παρά φύσιν σύζευξης ενός ακραίου ντετερμινισμού (η ανθρωπότητα πορεύεται νομοτελειακά προς τον σοσιαλισμό) με έναν ακραίο βολονταρισμό (η δύναμη που θα «σπρώξει» την Ιστορία προς τον νομοτελειακό προορισμό της δεν μπορεί παρά να είναι κάποιοι αποφασισμένοι επαναστάτες, οι οποίοι δρουν στο όνομα και προς το συμφέρον της εργατικής τάξης). Και βέβαια, από τη στιγμή που είχε υιοθετηθεί η αρχή της υποκατάστασης, μέσω διαδοχικών υποκαταστάσεων (της τάξης από το κόμμα, του κόμματος από το πολιτικό γραφείο, του πολιτικού γραφείου από τον γραμματέα) ο δρόμος ήταν ανοιχτός για τον «πατερούλη» Στάλιν και τους επιγόνους του, οι οποίοι, «γνωρίζοντας» ποια είναι τα συμφέροντα των όπου Γης καταπιεσμένων, θα μεριμνούσαν γι’ αυτά, όπως εκείνοι έκριναν.

* Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Το 1977 είχε κυκλοφορήσει, από τις εκδόσεις Υποδομή, σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, 1917-1923», τόμος 1. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, επίσης σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ