ΕΛΛΑΔΑ

Πώς ο χρόνος θα μπορούσε να γίνει χρήμα για την Υγεία

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

Οι προϊσταμένες των τμημάτων του νοσοκομείου δαπανούσαν το 92% του χρόνου τους σε μη κλινικές εργασίες. Μετά την εφαρμογή του προγράμματος αφιέρωσαν τον χρόνο αυτό στους ασθενείς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι Δευτέρα βράδυ στο FreeThinking Zone, το γνωστό βιβλιοπωλείο της Σκουφά και οι εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων συζητούν για ένα πιλοτικό εγχείρημα που πριν από πέντε χρόνια στο νοσοκομείο του Ρίου οδήγησε σε μια τεράστια εξοικονόμηση πόρων για το νοσηλευτικό προσωπικό.

H ιδέα ήταν απλή: Καθώς όλες οι οικονομίες κλίμακος στον τομέα της Υγείας «έπεφταν» στην περικοπή της φαρμακευτικής δαπάνης, η φαρμακοβιομηχανία αποφάσισε να χρηματοδοτήσει μια πιλοτική δράση σε ένα νοσοκομείο για να αποδείξει ότι θα μπορούσαν να γίνουν αν οι νοσηλεύτριες π.χ. σταματούσαν να κάνουν εκατοντάδες χιλιόμετρα κάθε χρόνο, μεταφέροντας από τις λεγόμενες παρακαταθήκες υλικά που είχαν αποθηκευτεί «αν ποτέ χρειάζονταν» ή «ό,τι χρειαζόταν ο κάθε γιατρός στη διάρκεια μιας ιατρικής πράξης». Η ιδέα για να εφαρμοστεί το εγχείρημα γεννήθηκε ένα απόγευμα στη βρετανική πρεσβεία και ανάδοχος ήταν η βρετανική πολυεθνική Unipart που είχε αναμορφώσει τις υπηρεσίες του βρετανικού υπουργείου Οικονομικών και του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας.

Ο τότε διοικητής του νοσοκομείου Απόστολος Λέτσιος εξηγεί ότι το πρόγραμμα κόστισε 180.000 ευρώ, δημιουργώντας οικονομίες 3,5 εκατ., καθώς οι προϊσταμένες των τμημάτων που είχαν λάβει μέρος, πριν από αυτό δαπανούσαν το 92% του χρόνου τους σε μη κλινικές εργασίες που είχαν σχέση με την (άθλια) οργάνωση των αποθεμάτων του νοσοκομείου σε υλικό. Μετά την εφαρμογή του προγράμματος, αφιέρωσαν τον ίδιο χρόνο στους ασθενείς.

Οι επιφυλάξεις

Μια εργαζόμενη που μιλάει μετά τον κ. Λέτσιο περιγράφει τους μήνες του προγράμματος ως μία απο τις «πιο δημιουργικές της επαγγελματικής της ζωής». O αντιπρόεδρος της εταιρείας Unipart που «έτρεξε» το πρότζεκτ, Γκάρι Θερμ, λέει ότι στόχος ήταν «να μη γίνουν οι μεταρρυθμίσεις απο πάνω προς τα κάτω αλλά από κάτω προς τα πάνω». Γι’ αυτό, συμπληρώνει ο κ. Λέτσιος, «αρχίσαμε με μια συγκέντρωση στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου». Στην αρχή οι επιφυλάξεις των εργαζομένων ήταν πάρα πολλές. Και όχι μόνο στο Ρίο. «Οταν πήγαμε να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα σε ένα νοσοκομείο της Αθήνας μας... κλείδωσαν στο υπόγειο διότι νόμιζαν ότι είμαστε αντιπρόσωποι της τρόικας», λέει ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Θανάσης Παπαμίχος,που είχε επιχειρήσει τότε να δώσει σάρκα και οστά στο εγχείρημα και σε άλλα νοσοκομεία. «Ο υπουργός μάς ευχαρίστησε για το αποτέλεσμα και μας είπε ότι με τα χρήματα των οικονομιών που έγιναν στο Ρίο θα κλείσει τις τρύπες στην Αθήνα», θυμάται ο κ. Παπαμίχος μπροστά στον έκπληκτο βουλευτή Καρδίτσας του ΣΥΡΙΖΑ Σάκη Παπαδόπουλο, που αναρωτιέται γιατί μαθαίνει πέντε χρόνια αργότερα γι’ αυτό το εγχείρημα. Κοντά στον κ. Παπαδόπουλο κάθεται ο κ. Παναγιώτης Καρκατσούλης από το Ποτάμι που του θυμίζει ότι τη συντριπτική πλειονότητα των αποφάσεων για ένα νοσοκομείο λαμβάνει και σήμερα το υπουργείο Υγείας που κρίνει, αμείβει και μισθοδοτεί τους επαγγελματίες που δουλεύουν σε αυτό.

Το πρόγραμμα MENDI

Οχι μακριά από την οδό Σκουφά, μερικές ώρες αργότερα. Στο Ζάππειο οι εκπρόσωποι μεγάλων ξενοδοχείων της χώρας, του ελληνογερμανικού επιμελητηρίου, του ΟΑΕΔ, οι εκπαιδευτές, σπουδαστές αλλά και οι άνθρωποι της γερμανικής εταιρείας DEKRA (σ.σ. που είχε την ευθύνη της προσαρμογής του προγράμματος) περιγράφουν ένα ακόμα πετυχημένο πιλοτικό εγχείρημα που άρχισε στις αρχές του 2014 και θα τελειώσει στο τέλος του χρόνου. Το MENDI είναι η εξαγωγή και προσαρμογή στην Ελλάδα του γερμανικού προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Επί τρία χρόνια σπουδαστές αφιέρωναν το 1/3 του χρόνου τους σε θεωρητική σπουδή ξενοδοχειακών ειδικοτήτων και τα 2/3 σε δουλειά, σε μερικά από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία της Αθήνας. Ο ΟΑΕΔ έχει από το 1952 σχολές μαθητείας και, όπως θυμίζει η προϊστάμενη αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης του Οργανισμού, Νατάσσα Σακκά, το 82% των αποφοίτων του συστήματος των σχολών έβρισκε δουλειά το 1990, έναντι 67% το 2010 (σ.σ. πολύ περισσότεροι πάντως από εκείνους που τελειώνουν τα πανεπιστήμιά μας...).

«Στην Ελλάδα της κρίσης», λέει η σπουδάστρια Κωνσταντίνα Ζωγράφου, «η σχολή αυτή έκανε πολλούς νέους να ονειρεύονται και να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον...». Και ο περιφερειακός διευθυντής του «Ρόμπινσον Κλαμπ» στην Ελλάδα κ. Μιχάλης Πεδιαδιτάκης, που απορρόφησε και τους 20 σπουδαστές που δούλευαν για τον Οργανισμό ως μαθητευόμενοι, μιλάει για σπουδαστές που εξελίσσονταν σε ολοκληρωμένους επαγγελματίες (σ.σ. παίρνοντας 420 καθαρά τον μήνα).

Και όταν τίθεται το θέμα και τώρα τι; Η κ. Σακκά από τον ΟΑΕΔ λέει ότι το «δίκτυο των ανθρώπων που συνεργάστηκαν εδώ θα ξανασυνεργαστεί», χωρίς να μπορεί να γίνει πιο συγκεκριμένη. Διότι το ελληνικό κράτος δεν θέλει(;) ή δεν μπορεί(;) να συνεχίσει τον επιτυχημένο πιλότο του MENDI...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ