ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. ζυγίζουν τα δεδομένα του νέου φορέα

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Σήμερα, ένας στους τρεις ψηφοφόρους δηλώνει ότι ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στην Κεντροαριστερά. Ομως, ο δείκτης συμπάθειας δεν οδηγεί ευθέως στην ψήφο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μετρούν κεφάλια από εκδήλωση σε εκδήλωση ανά την επικράτεια. Μετρούν μέχρι και τα likes ο ένας στις σελίδες του άλλου. Ομως, δεκαπέντε ημέρες πριν από την αναμέτρησή τους, οι υποψήφιοι της Κεντροαριστεράς δεν μετριούνται μόνο μεταξύ τους. Εχουν αρχίσει, ανεπισήμως, να τους μετρούν και οι άλλοι. Οι «μεγάλοι». Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία.

Πώς τα βλέπετε εσείς τα πράγματα στην Κεντροαριστερά; Η πρώτη, συμβατική απάντηση που παίρνει κανείς σε αυτό το ερώτημα από την πλευρά της Ν.Δ. είναι ότι το εγχείρημα για τη δημιουργία ενός νέου φορέα στο Κέντρο δεν τους προκαλεί ανησυχία. Δεν έχει, λένε, δείξει δυναμική ανατροπής του σημερινού σκηνικού που ορίζεται από τον μικρό διπολισμό – διπολισμό που η αξιωματική αντιπολίτευση φιλοδοξεί να εκμεταλλευτεί εκλογικά.

Η ενότητα του χώρου

Η εκτίμηση αυτή δεν είναι άσχετη με την πρόβλεψή τους ότι η ενότητα της Κεντροαριστεράς την επομένη της εκλογής είναι κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη – όποιος κι αν εκλεγεί. Οι υποψήφιοι που θεωρείται ότι έχουν αναφορά και σε δυνητικούς ψηφοφόρους της Ν.Δ., όπως ο Καμίνης και ο Θεοδωράκης, αμφισβητείται αν θα μπορούσαν να ηγηθούν του χώρου, του οποίου ο κορμός παραμένει το ΠΑΣΟΚ. Και το αντίστροφο: «Ακόμη κι αν κερδίσει η Γεννηματά, δεν είναι εύκολο να μείνει υπό τη σκέπη της ο Θεοδωράκης», εκτιμά στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η Γεννηματά είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ως το πιο «ασφαλές» ενδεχόμενο. Χαρακτηρίζεται «επιλογή συνέχειας και όχι αλλαγής». Γι’ αυτό τον λόγο έχει, λένε, και το προβάδισμα σε περίπτωση που ως εκλογικό δίλημμα επικρατήσει το αίτημα της ενότητας του χώρου. Οπως επισημαίνει ανεξάρτητος αναλυτής, «αυτό θα εξαρτηθεί από τον ποιον θα έχει απέναντί της στον δεύτερο γύρο – και αν αυτός θα μπορέσει να επαναλάβει το προηγούμενο της Ν.Δ.». Το προηγούμενο δηλαδή της συσπείρωσης όλων των υποψηφίων οι οποίοι επεδίωκαν την ανατροπή του κομματικού status quo απέναντι στον «συστημικό» υποψήφιο, που ηττήθηκε, παρ’ ότι στον πρώτο γύρο είχε αγγίξει το 40%.

Τότε ο ΣΥΡΙΖΑ κάθε άλλο παρά είχε κρύψει το ενδιαφέρον του για τα «οικογενειακά» του αντιπάλου. Ο ίδιος ο Τσίπρας είχε από το βήμα της Βουλής εκδηλώσει την προτίμησή του: «Ελπίζω να έχω τη χαρά να συνομιλώ μαζί σας για μακρύ χρονικό διάστημα και να είστε εσείς αυτός που θα (...) δουλέψουμε από κοινού για το καλό του τόπου», είχε πει απευθυνόμενος στον μεταβατικό πρόεδρο της Ν.Δ., κάνοντάς του μια φιλοφρόνηση που σίγουρα δεν ωφέλησε εκλογικά τον αποδέκτη της.

Τώρα, τοποθετούμενος απέναντι στην Κεντροαριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι έχει πάρει το μάθημα. Αποφεύγει μεν τις αναφορές στα πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα αναζωπυρώνει την επίθεση φιλίας προς τον χώρο, ανακυκλώνοντας τη φιλολογία περί μελλοντικής προσέγγισης. Πρόκειται για ρητορική που αφορά περισσότερο τους ψηφοφόρους, παρά τα κόμματα της Κεντροαριστεράς. Σκοπεύει, λέει έμπειρο στέλεχος, να συντηρήσει την εικόνα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η κυρίαρχη δύναμη στον χώρο που κάποτε κάλυπτε το ΠΑΣΟΚ.

Υπάρχει υποψήφιος που ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται ότι θα μπορούσε να αμφισβητήσει αυτήν την κυριαρχία; Μπορεί, ας πούμε, ένα πρόσωπο σαν τον Ανδρουλάκη να πλασαριστεί, όπως διακινείται, ως ο αντι-Τσίπρας που θα επαναπατρίσει στο μετα-ΠΑΣΟΚ ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ; «Θα μπορούσε να συμβολίσει την ανανέωση, λόγω ηλικίας. Θα μπορούσε ταυτόχρονα να διατηρήσει και τον λώρο με το πασοκικό παρελθόν, που εξακολουθεί να εμπνέει ένα μέρος του εκλογικού σώματος. Σας φαίνεται, όμως, ότι έχει τα χαρίσματα του Τσίπρα;» αναρωτιέται αναλυτής των δημοσκοπήσεων.

Η ίδια πηγή αναγνωρίζει ότι το δείγμα των σφυγμομετρήσεων για την Κεντροαριστερά είναι πολύ μικρό για να μπορεί κανείς να το χρησιμοποιεί ως βάση προβλέψεων. Γι’ αυτό και δεν μπορούν από τώρα Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ να είναι ήσυχοι. Δεν αποκλείεται την επομένη της εκλογής να έχουν να αντιμετωπίσουν ένα νέο κόμμα με διψήφια ποσοστά. «Η Ν.Δ. έχει πολλές εισροές από το Κέντρο. Και ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει τους μισούς του ψηφοφόρους να διαρρέουν προς τους αναποφάσιστους. Δυνητικά και οι δύο θα είχαν να χάσουν από μια νέα δεξαμενή ανάμεσά τους».

Η μετεκλογική στρατηγική

Στο ενδεχόμενο που ο νέος φορέας εμφανιζόταν ισχυρός στην πρώτη μετεκλογική δημοσκοπική του επίδοση, αυτομάτως θα δημιουργούσε ανάγκη αναπροσαρμογής στρατηγικής για τους δύο μεγάλους. Η μεν Ν.Δ. δεν θα μπορούσε το ίδιο εύκολα να διεκδικεί την αποκλειστικότητα της αντικυβερνητικής ψήφου. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ θα βρισκόταν αντιμέτωπος με την υπαρξιακή ανασφάλεια της «παρένθεσης» που κινδυνεύει να επιστρέψει στα προμνημονιακά ποσοστά του.

Πόσο πιθανό είναι ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Σήμερα, περίπου ένας στους τρεις ψηφοφόρους δηλώνει ότι ενδιαφέρεται για το τι θα γίνει στην Κεντροαριστερά. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια καλή αφετηρία. Είναι ένας δείκτης συμπάθειας που, πάντως, δεν οδηγεί ευθέως στην ψήφο. Οπως λέγεται χαρακτηριστικά, «και το Ποτάμι είχε ποσοστά συμπάθειας 30%-35%, κι εν τέλει στις ευρωεκλογές προσγειώθηκε στο 6,6%».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ