Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η δική μας ζωή και τα βάρη των άλλων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κάθε πρωί που ξεκινάμε την ημέρα μας, κάνουμε ό,τι κάνουμε έχοντας πάντα στο μυαλό μας ένα φράγμα, ένα φόρτο από συμπλέγματα, προβλήματα, φοβίες και τραύματα. Μια συλλογή από φίλτρα. Είναι πολλά και πολλών ειδών, και τα έχουν όλοι. Σήμερα όμως θέλω σας μιλήσω για μια ιδιαίτερη ομάδα φίλτρων, ίσως την πιο σημαντική.

Εγώ είμαι ένας ένας λευκός, ετεροφυλόφιλος, αρτιμελής, ελληνικής καταγωγής άνδρας. Ως εκ τούτου, τα φίλτρα αυτά δεν τα έχω στο κεφάλι μου. Ως εκ τούτου, όσες ευκαιρίες είναι διαθέσιμες στην κοινωνία στην οποία ζω είναι χωρίς κουβέντα, υποσημειώσεις και αστερίσκους διαθέσιμες και σε εμένα. Όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται από τους κανόνες της κοινωνίας μου είναι δικά μου δικαιώματα. Ο κόσμος είναι δικός μου. Τον κάνω ό,τι θέλω. Το σώμα μου, επίσης, είναι δικό μου και μπορώ να το κάνω ό,τι θέλω. Κανείς δεν με απειλεί. Είμαι κυρίαρχος του εαυτού μου.

Οι άνθρωποι που δεν είναι σαν εμένα, όμως, έχουν κάποιο ή κάποια αυτά τα φίλτρα κάθε μέρα και κάθε ώρα στο μυαλό. Ομοφυλόφιλοι άνδρες. Μετανάστες ή παιδιά μεταναστών. Γυναίκες. Αυτοί οι άνθρωποι, που είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού αυτής της χώρας -και κάθε χώρας-, κουβαλάνε μαζί τους κάθε μέρα ένα βάρος που εγώ δεν κουβαλάω. Οι συνέπειες αυτού του πράγματος είναι τεράστιες, είναι ανυπολόγιστες. Είναι σαν να τρέχουμε όλοι στον ίδιο μαραθώνιο, αλλά αυτοί τρέχουν με ένα σακί γεμάτο πέτρες φορτωμένο στην πλάτη. Μερικές φορές νικάνε κι αυτοί. Αλλά, μοιραία, πιο σπάνια.

Μια γυναίκα που μπαίνει σε ένα ασανσέρ με έναν άντρα, ή που περπατάει στο δρόμο, ή που πηγαίνει στη δουλειά της, κάθε στιγμή της ζωής της έχει στο μυαλό της ότι το σώμα της μπορεί να κινδυνεύει, κάτι που εγώ δεν σκέφτομαι με τον ίδιο τρόπο ή με την ίδια ένταση ποτέ. Έχει στο μυαλό της ότι πρέπει να συμπεριφέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο υπακούοντας σε κανόνες που για εμένα δεν ισχύουν. Όταν ο νεαρός που με τράκαρε με το αυτοκίνητο μου συστήθηκε ως “Λευτέρης” το έκανε επειδή στο μυαλό του έχει ένα φίλτρο, ένα καμπανάκι, μια φωνή που του λέει πάντα να προσέχει όταν μιλάει με κάποιον που δε γνωρίζει, γιατί δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει κάποιος στο άκουσμα ενός Αλβανικού ονόματος. Αυτό δεν περνάει απ’ το δικό μου το μυαλό ποτέ, όταν με ρωτάνε πώς με λένε.

Μια άλλη εύγλωττη, σχεδόν σπαρακτική περιγραφή ενός τέτοιου φίλτρου βρήκα στο "Between the world and me” το Αμερικανού Ταναχάσι Κόουτς. Είναι ένα μικρό βιβλίο, γραμμένο με τη μορφή γράμματος προς τον 15χρονο γιο του συγγραφέα. Σε αυτό, ο Κόουτς προσπαθεί να εξηγήσει στο γιο του (και στον αναγνώστη) την εμπειρία ζωής ενός μαύρου άντρα στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα. Το διαβάζεις και μαθαίνεις, ας πούμε, πως όταν τα παιδιά των μαύρων φτάνουν σε μια ηλικία που καταλαβαίνουν, οι γονείς τους τα βάζουν κάτω και τους κάνουν μια δύσκολη κουβέντα. Είναι δύσκολη επειδή πρέπει με κάποιον τρόπο να τους εξηγήσουν ότι δεν είναι το ίδιο με τους άλλους ανθρώπους. Πρέπει να τους εξηγήσουν πως όταν περπατάνε στο δρόμο πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά και να έχουν το νου τους για να μην τους σκοτώσουν αστυνομικοί. Παιδάκια ακόμα, πρέπει να βάλουν στο μυαλό τους ένα φίλτρο που οι άλλοι πολίτες δεν έχουν, να συνειδητοποιήσουν ότι είναι διαφορετικοί και ότι το σώμα τους κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή. Πράγματι, στις ΗΠΑ τα θύματα της αστυνομικής βίας είναι πέντε φορές πιθανότερο να είναι νέοι μαύροι άνδρες οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι άοπλοι και αθώοι.

Σε κάθε κοινωνία του κόσμου υπάρχει μια μειοψηφία που ζει κάθε μέρα με αυτό το προνόμιο: να μην έχει κανένα τέτοιο φίλτρο στο μυαλό. Συνήθως είναι η ίδια μειοψηφία που κατά κανόνα κακοποιεί τις γυναίκες, χτυπάει και φυλακίζει τους μαύρους, χλευάζει τους ομοφυλόφιλους και τους στερεί ίσα δικαιώματα. Αυτή η καταπίεση, φαινόμενο οικουμενικό και παγκόσμιο, μπορεί να είναι μηχανισμός άμυνας. Η μειοψηφία αυτή μπορεί να θέλει να διαφυλάξει την κεκτημένη της κυριαρχία. Μπορεί όμως να είναι και κάτι λιγότερο ενσυνείδητο και ηθελημένο, μπορεί να είναι μια απλή έκφραση του εκ γενετής προνομίου της, της αντίληψης ότι ο κόσμος της ανήκει και μπορούν να τον κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς συνέπειες.

Στην πράξη, βεβαίως, οι κοινωνίες μας είναι βαθιά άρρωστες εξαιτίας αυτής της ανισορροπίας. Η πλειοψηφία είναι εγκλωβισμένη πίσω από τα φίλτρα, αυτά την εμποδίζουν να διεκδικήσει και να ανταγωνιστεί με δίκαιους όρους. Δεν υπάρχουν δίκαιοι όροι. Κι η κοινωνία υποφέρει. Ένα απέραντο διανοητικό και κοινωνικό κεφάλαιο χάνεται επειδή κάθε μέρα, κάθε στιγμή, μερικά από τα πιο λαμπρά μυαλά του κόσμου, μερικοί από τους σπουδαιότερους ανθρώπους που ζουν ανάμεσά μας λειτουργούν, δουλεύουν και σκέφτονται πίσω από φίλτρα, κουβαλώντας ένα βάρος το οποίο δεν ζήτησαν, για το οποίο δεν φταίνε, στις περισσότερες περιπτώσεις από τη στιγμή που γεννήθηκαν.

Και βέβαια δεν κάθονται άπρακτοι. Αιώνες τώρα, γενιές ολόκληρες, αγωνίζονται, σταδιακά, όσο μπορούν, να το αποτινάξουν αυτό το βάρος. Τελευταία βλέπουμε σπουδαίες και πολύ ενθαρρυντικές εκδηλώσεις αυτής της αντίδρασης, από τις εξελίξεις στο επίπεδο των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων μέχρι τις μαζικές καταγγελίες θαρραλέων γυναικών για περιστατικά κακοποίησης από άντρες. Αλλά ακόμα απέχουμε πάρα πολύ από την εξαφάνιση αυτών των φίλτρων. Φανταστείτε το δυναμικό που θα απελευθερωνόταν αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ζούσαν με αυτό το βάρος. Πόσο πιο πλούσιες, γεμάτες, αποδοτικές και δίκαιες θα ήταν οι κοινωνίες μας. Όλοι θα είχαμε να κερδίσουμε από αυτή την κατάκτηση. Αυτό είναι, λοιπόν, το ερώτημα που με απασχολεί και θα με απασχολεί στο εξής:

Εγώ είμαι ένας λευκός, ετεροφυλόφιλος, αρτιμελής, ελληνικής καταγωγής άνδρας. Ο κόσμος υποτίθεται ότι μου ανήκει. Τον κάνω ό,τι θέλω.

Πώς επιτρέπω να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ