ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Χτίζοντας σε καθεστώς παρακμής

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

«Framing the Horizon», Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser στο Ρέθυμνο, του γραφείου sparch Σακελλαρίδου / Παπανικολάου Αρχιτέκτονες (2016).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η επισκόπηση του αρχιτεκτονικού έργου στην Ελλάδα έρχεται να θέσει μια σειρά από ερωτήματα. Και καθώς τα ερωτήματα αυτά είναι χρόνια και πιεστικά, τείνουν να αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάθε απόπειρα συζήτησης για την παραγωγή αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Και η συζήτηση αυτή γίνεται ανεξάρτητα από την ποιότητα του παραγόμενου έργου. Το έργο αυτό είναι καλό έως πολύ καλό, και αυτό είναι εμφανές. Αρκεί να δει κανείς την επίτομη έκδοση των «Δομών» για την περίοδο 2012-2016 και θα διαπιστώσει ότι δεδομένων των συνθηκών, τα ελληνικά αρχιτεκτονικά γραφεία δίνουν καλής ποιότητας έργο. Το θέμα όμως είναι αν παράγεται αρχιτεκτονική που εμπλέκεται στη δημόσια ζωή, έστω και ως αναπαράσταση, και αν, κατ’ επέκταση, αξιοποιείται το υπάρχον δυναμικό της χώρας. Και στα δύο ερωτήματα που γεννά η στοιχειώδης, έστω, ανάγνωση της αρχιτεκτονικής παραγωγής η απάντηση είναι αρνητική. Δεν είναι κάτι νέο. Θα έλεγε κανείς ότι τα τελευταία 50 χρόνια δεν έχουμε την εμπλοκή της αρχιτεκτονικής στον δημόσιο χώρο, όπως τουλάχιστον θα περίμενε κανείς από την άνοδο του βιοτικού επιπέδου τις περασμένες δεκαετίες. Αλλά και τώρα, σε καθεστώς οικονομικής απραγίας και κοινωνικής βύθισης, η αρχιτεκτονική λειτουργεί σε κόγχες, σε περιχαρακωμένα κομμάτια ελληνικής ή άλλης γης, με αποτέλεσμα η παραγωγή της να επιδρά κατ’ ελάχιστον σε αυτό που εισπράττει ο πολίτης. Οι εξαιρέσεις –κυρίως ανακατασκευές, ανακαινίσεις, εσωτερικά καταστημάτων και γραφείων– επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα λέει ότι η ελληνική πόλη ανανεώνεται με ρυθμό δυσανάλογο του ρυθμού παρακμής της. Είναι κάτι σαν την αντιστοίχηση του ρυθμού των γεννήσεων και του αριθμού των θανάτων όταν εξετάζει κανείς το δημογραφικό ζήτημα.

Κατ’ επέκταση, μας παραπλανούν οι σκόρπιες καλές περιπτώσεις που πιστοποιούν, αφενός, την υψηλή ποιότητα πολλών ελληνικών γραφείων και, αφετέρου, τη ζήτηση σε χρήσεις στις οποίες κατευθύνει η υπό κατάρρευση οικονομία (κυρίως τουρισμός, ως μόνη λύση, και εστίαση). Ιδιωτικές οικίες γίνονται πολύ λιγότερες, όπου υπάρχει ακόμη χρήμα ή όπου θα γεννηθεί το καινούργιο (με αμφίβολη αρχιτεκτονική παιδεία). Γιατί ακόμη και σε καθεστώς πενίας, το νέο χρήμα γεννιέται και δημιουργεί τις κάστες του, αφανείς και συνήθως κακόγουστες. Αυτό που μένει είναι η απουσία της δημόσιας αρχιτεκτονικής (πλην εξαιρέσεων) και η πλήρης υπαγωγή των μικρότερων πόλεων της χώρας σε καθεστώς αρχιτεκτονικής ερήμου. Οι όποιες εξαιρέσεις απλώς παραπλανούν.

Μέγα εθνικό ζήτημα είναι η παραγωγή καλής αρχιτεκτονικής στα αστικά κέντρα της χώρας. Από τον Αγιο Νικόλαο ώς τη Φλώρινα. Και η αρχιτεκτονική χρειάζεται ευκαιρίες, χρηματοδοτικά εργαλεία, ιδιώτες με παιδεία και δημόσιους άρχοντες που να κατανοούν το δημόσιο συμφέρον. Υπάρχουν αυτά;

Πολύ αμφιβάλλω. Ας αρκεστούμε στα λίγα και στα καλά, με την επίγνωση όμως μιας εθνικής παρακμής άνευ προηγουμένου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ