ΕΛΛΑΔΑ

Μια «καρτ ποστάλ» από τους Ελληνες του Ρότερνταμ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Πακέτα τσιγάρων, ενδύματα, επιστολές, φωτογραφίες με λαμπερά χαμόγελα, με τσολιάδες σερβιτόρους μπλέκονται με ελαιογραφίες, σκίτσα και εγκαταστάσεις στην έκθεση «Ρότερνταμ Μεταμορφώσεις», για τους Ελληνες της πόλης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η γλώσσα... Πώς μαθαίνεται αυτή η γλώσσα, ρε παλικάρια;». Αυτή ήταν μία ερώτηση που έκανε κάθε Ελληνας που έφθανε ως «gastarbeiter» στην Ολλανδία, στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ο κ. Μανώλης ήταν γύρω στα 25 όταν βρέθηκε στο Ρότερνταμ. Κατάγεται από ένα χωριό των Ιωαννίνων – «ευτυχώς ήμασταν μαθημένοι στο κρύο και στη βροχή», λέει. Με έναν φίλο του μάζεψαν κυριολεκτικά τα μπογαλάκια τους και έφυγαν, βρίσκοντας ευκαιρία το άνοιγμα της Ολλανδίας σε ελληνικά εργατικά χέρια, μετά τη διμερή συμφωνία με την Ελλάδα το 1966. Ο ίδιος είχε κληθεί να εργαστεί σε μια εταιρεία που δραστηριοποιείτο στο λιμάνι του Ρότερνταμ.

Ελληνες στο Ρότερνταμ, και κυρίως στο λιμάνι του, υπήρχαν ήδη από τη δεκαετία του ’30. Οι περισσότεροι εξ αυτών, των ελαχίστων έτσι κι αλλιώς, πουλούσαν τσιγάρα και σοκολάτες στα πληρώματα των πλοίων που κατέπλεαν στον μεγάλο, ζωντανό διαμετακομιστικό κόμβο της Ολλανδίας. «Στη δική μας εποχή, πάντως, αν ήσουν πωλητής ή, εννοείται, εστιάτορας, είχες λουξ ζωή!» θυμάται ο κ. Μανώλης, ο οποίος, στα τέλη του ’70, εγκατέλειψε την Ολλανδία για τα... μάτια της Φλάνδρας, μεταναστεύοντας, για δεύτερη φορά, σε ένα χωριό κοντά στη Γάνδη. «Ηθελα κλειστό χώρο, δεν άντεχα άλλο το κρύο και τη βροχή. Τη γλώσσα την είχα μάθει, άρα μπορούσα να ζήσω και στο Βέλγιο. Αρπαξα την ευκαιρία που μου έδωσε ένα εργοστάσιο ελαστικών και πήγα. Εχασα τον Γιώτη από το χωριό, που είχαμε πάει μαζί στο Ρότερνταμ, αλλά βρεθήκαμε ξανά, 30 τόσα χρόνια μετά, στην Ελλάδα», αφηγείται ο κ. Μανώλης.

Μεταμορφώσεις

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα μικρό «καρέ» από την έκθεση που διοργανώνεται, από τις 10 Σεπτεμβρίου έως τις 10 Νοεμβρίου, στο Ρότερνταμ. Εχει τίτλο «Ρότερνταμ Μεταμορφώσεις» και αναφέρεται στην παρουσία του ελληνικού στοιχείου στο μεγάλο ολλανδικό λιμάνι. Πρόκειται για έργα των εικαστικών Wally Elenbaas (1912-2008) και Dolf Henkes (1903-1989), οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Ρότερνταμ, αναμείχθηκαν με τους Ελληνες, ταξίδεψαν στη Μεσόγειο και έζησαν στην Ελλάδα. Μαζί τους, η Μαρία Οικονομοπούλου (Καλαμάτα, 1961), που ζει και εργάζεται στο Ρότερνταμ από το 1985.

Τεκμήρια μικροϊστοριών –πακέτα τσιγάρων, ενδύματα, επιστολές, φωτογραφίες με λαμπερά χαμόγελα, κουρασμένα, με τσολιάδες να σερβίρουν σε Ολλανδούς πελάτες– μπλέκονται με ελαιογραφίες, σκίτσα και εγκαταστάσεις – η έκθεση «Ρότερνταμ Μεταμορφώσεις» είναι μία καρτ-ποστάλ από συλλογικές και προσωπικές σεκάνς των Ελλήνων της πόλης.

Το Σάββατο 4 Νοεμβρίου, η Μαρία Οικονομοπούλου θα μιλήσει στον χώρο της έκθεσης, στο Verhalenhuis («Το σπίτι με τις ιστορίες») του Ρότερνταμ, για τη δουλειά της, την Ελλάδα, για την έμπνευση με την οποία συνεχίζει, 30 χρόνια μετά, να την τροφοδοτεί η χώρα της. Το ίδιο βράδυ, θα προβληθούν στον ίδιο χώρο δύο ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου, ο «Μανάβης» (2013) και ο «Σιωπηλός μάρτυρας» (2016). Το πρώτο παρακολουθεί την ιστορία ενός περιπλανώμενου μανάβη στα απομονωμένα χωριά των Τρικάλων, ενώ το δεύτερο αναφέρεται στις υπό κατεδάφιση φυλακές Τρικάλων, ένα σημείο έντονης μνήμης για την περιοχή. Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος θα βρίσκεται εκείνες τις ημέρες στο Ρότερνταμ επ’ ευκαιρία της προβολής των ταινιών του.

Το σπίτι των ιστοριών

Εχει σημασία, πάντως, και ο χώρος όπου παρουσιάζεται η έκθεση. Το Verhalenhuis βρίσκεται στο νότιο μέρος του Ρότερνταμ, μια περιοχή που αλλάζει ραγδαία. Το «Σπίτι με τις ιστορίες» συγκεντρώνει τις ιστορίες της πόλης και τις μοιράζεται με το κοινό. Κεντρικός πυρήνας του Verhalenhuis είναι η πεποίθηση ότι η γνωριμία και η επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών ομάδων του Ρότερνταμ συντελούν στην ποιότητα της καθημερινής ζωής και συμβάλλουν στο αίσθημα της ευτυχίας που μπορεί να αντληθεί από τον πλησίον.

Από τον Ζορμπά στο σήμερα

«Teach me to dance, will you» ρωτάει ο Basil (Alan Bates) τον Αλέξη Ζορμπά (Anthony Quinn) στο τέλος της ταινίας «Zorba the Greek» (1964) του Μιχάλη Κακογιάννη και μαζί χορεύουν στην παραλία της Κρήτης εξανεμίζοντας έτσι τις σκοτούρες της ζωής. Η επιτυχία του φιλμ ήταν μεγάλη και στην Ολλανδία – το κοινό έπινε ρετσίνα και χόρευε συρτάκι, στον ρυθμό της χαρακτηριστικής μουσικής σύνθεσης του Μίκη Θεοδωράκη, στο διάλειμμα και μετά το τέλος της ταινίας.

Σήμερα, στην Ολλανδία ζουν περί τους 14.000 Ελληνες – περίπου 8.500 πρώτης και 5.500 δεύτερης γενιάς. Η χώρα εξακολουθεί να μαγνητίζει τους νέους από την Ελλάδα – έχει χώρο για νεοφυή επιχειρηματικά σχέδια και, ταυτόχρονα, εξακολουθεί να ζητεί χειρώνακτες. «Γενικά, όμως, ζητούν όλο και περισσότερο να ξέρεις τη γλώσσα. Ισως προσπαθούν απλώς να ελέγξουν ή να φιλτράρουν την οικονομική μετανάστευση», μου έλεγε τις προάλλες φίλος που ζει χρόνια στο Αμστερνταμ. «Αν είσαι προγραμματιστής, όμως, ξέρεις την παγκόσμια γλώσσα!» συμπλήρωσε.

Επιστρέφω στον κ. Μανώλη, που είναι πλέον στην Ελλάδα και πηγαίνει πού και πού στις Βρυξέλλες για να δει την αστυνομικό κόρη του και τη δεκατετράχρονη εγγονή του.

«Θα γυρίζατε, κ. Μανώλη, ξανά στο Ρότερνταμ των νιάτων σας;». «Δεν θα ’σαι με τα καλά σου...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ