Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Στρίβειν διά της απαγγελίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Η ερώτηση προς την κ. Φώφη Γεννηματά, στο ντιμπέιτ των εννιά μνηστήρων της Κεντροαριστεράς, ήταν η σαφέστερη δυνατή: «Πείτε μας το σοβαρότερο λάθος του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη και του Γιώργου Παπανδρέου». Η απάντηση της κ. Γεννηματά; Η ασαφέστερη δυνατή. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μη απάντηση, για να θυμηθούμε το πράσινο ιδιόλεκτο. Στο ερώτημα «ένα και ένα πόσο κάνει;» η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, που δεν ήθελε να πει κακό λόγο για τα κομματικά τοτέμ, αποκρίθηκε απαγγέλλοντας το πυθαγόρειο ερώτημα: «Το τετράγωνο της υποτείνουσας ενός ορθογώνιου τριγώνου ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των δύο κάθετων πλευρών». Για να αποφύγει να μιλήσει απλά για το απλό, άλλαξε επιστήμη, πεδίο, χώρο, κόσμο. Είπε όσα η ίδια ήθελε να πει, άσχετα με την ερώτηση, όσα είχε ετοιμάσει, όσα πιθανώς αποστήθισε και πρόβαρε μπροστά σε έναν μάλλον ανειλικρινή καθρέφτη.

Την πατροπαράδοτη στα πολιτικά μας πράγματα τεχνική «στρίβειν διά της απαγγελίας» δεν τη χρησιμοποίησε μόνο η κ. Γεννηματά. Και οι άλλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ, ποιος με ευστροφία ποιος άγαρμπα, στο ίδιο τέχνασμα προσέφυγαν. Δύο λέξεις στην αρχή που να ηχούν συναφείς με την ερώτηση, κι ύστερα το ποίημα, με άξονα το εγώ του καθενός: «Εγώ απαίτησα... εγώ κατάφερα... εγώ επέβαλα...». Οι δημοσιογράφοι έμεναν με την απορία και οι πολιτικοί με τη σιγουριά ότι τα είπαν μια χαρά. Θα τους το βεβαίωσαν, άλλωστε, οι αμερόληπτοι σύμβουλοί τους μετά το τέλος του ντιμπέιτ: «Εσκισες! Τους έσκισες!».

Ισως επειδή σαν τηλεθεατής ένιωσα να βρίσκομαι σε συνέλευση φοιτητών κουρασμένων από την ίδια τους τη ρητορεία, θυμήθηκα ένα πανεπιστημιακό ανέκδοτο, που με τον τρόπο του αφηγείται μία από τις γενεαλογίες της μεθόδου «στρίβειν διά της απαγγελίας». Ο καθηγητής της Βιολογίας εξετάζει προφορικά τους φοιτητές – έναν έναν. Βγαίνει ο πρώτος, κατσούφης: «Μόνο για τις φάλαινες ρωτάει». Τα ίδια ο δεύτερος κι ο τρίτος. Ξυπνάνε οι υπόλοιποι και μαθαίνουν παπαγαλία το περί φαλαινών κεφάλαιο. Αριστεύουν όλοι, ώσπου μπαίνει να εξεταστεί ο τελευταίος. «Για πες μου, παιδί μου, για τις καμηλοπαρδάλεις», του λέει ο καθηγητής. «Μα», αιφνιδιάζεται αυτός. «Καμηλοπαρδάλεις; Γιατί;». Ωσπου αστράφτει φως: «Οι καμηλοπαρδάλεις είναι ζώα με τεράστιο λαιμό που δεν έχουν καμία σχέση με τις φάλαινες. Οι οποίες φάλαινες» – και μπλα μπλα μπλα, όλο το ποιηματάκι. Αρίστευσε κι αυτός. Και κάποια στιγμή, λέει ο μύθος, σταδιοδρόμησε ως πολιτικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ