ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι Ελληνες κινηματογραφιστές έχουν την τιμητική τους αυτή την εβδομάδα με την επιστροφή τόσο ενός «παλιού» όσο και της λαμπρής νέας γενιάς που διακρίνεται τα τελευταία χρόνια στα φεστιβάλ του εξωτερικού. Ξεκινώντας από τους δεύτερους, πρόκειται φυσικά για τον Γιώργο Λάνθιμο και τον μόνιμο συνεργάτη του Ευθύμη Φιλίππου, οι οποίοι βραβεύτηκαν στο περασμένο Φεστιβάλ για το σενάριό τους στον «Θάνατο του ιερού ελαφιού» (***½).

Ταξιδεύοντας, ήδη από τον προηγούμενο «Αστακό», σε διεθνή κινηματογραφικά ύδατα, ο Λάνθιμος έχει ξανά εδώ στη διάθεσή του μια βρετανική παραγωγή και (κυρίως) πρωταγωνιστές παγκόσμιου βεληνεκούς όπως ο Κόλιν Φάρελ και η Νικόλ Κίντμαν. Ο πρώτος υποδύεται έναν επιτυχημένο και εύπορο καρδιοχειρουργό, ο οποίος ζει ευτυχισμένος με την αψεγάδιαστη οικογένειά του· η οφθαλμίατρος σύζυγος (Κίντμαν), τα δύο παιδιά και το σπίτι του μοιάζουν βγαλμένα από αποστειρωμένο, διαφημιστικό κλιπ. Ολα θα αλλάξουν, όμως, όταν στη ζωή τους θα μπει ο Μάρτιν, ένας έφηβος τον οποίο ο Στίβεν παίρνει υπό την προστασία του, νιώθοντας ίσως τύψεις(;) για τον θάνατο του πατέρα του πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Σύντομα ο Μάρτιν (εξαιρετικός στον ρόλο ο Μπάρι Κίοχαν) θα φέρει αντιμέτωπο τον Στίβεν με ένα φρικιαστικό δίλημμα.

Οι δύο δημιουργοί εμπνέονται από τον αρχαιοελληνικό μύθο της θυσίας της Ιφιγένειας –η θεά Αρτεμις απαιτεί από τον Αγαμέμνονα τη θυσία της κόρης του, αφού εκείνος θανατώνει το ιερό της ελάφι, ώστε να δώσει αέρα στα πανιά των Αχαιών για την Τροία– προκειμένου να στήσουν άλλη μία από τις γνωστές ιστορίες-σπουδές τους πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ο μόνιμος μηχανισμός της μεταφοράς του θεατή σε έναν άλλο, αλλόκοτο κόσμο με τους δικούς του «κανόνες» μπαίνει και εδώ σε λειτουργία και δουλεύει ρολόι, κυρίως χάρη στην υποδειγματική σκηνοθεσία, την αρτιότερη πιθανότατα που έχει παραδώσει ο Ελληνας δημιουργός μέχρι σήμερα.

Το μοτίβο της θυσίας συνδυάζεται εδώ με εκείνο της εισβολής, όπως το έχουμε δει για παράδειγμα στο «Θεώρημα» του Παζολίνι ή στο πιο πρόσφατο «Μητέρα!» του Αρονόφσκι. Στο «Ελάφι» ωστόσο τα πάντα είναι χειρουργικά μελετημένα, σε βαθμό που η αρχική προειδοποίηση-προφητεία μοιάζει τόσο τραγικά αναπόφευκτη, που και μόνον η υποψία της ανατροπής γίνεται κωμική. Το σαρκαστικό χιούμορ άλλωστε είναι εντονότερο από κάθε άλλη φορά, με αποκορύφωμα μια σκηνή, όπου ο Στίβεν παραδέχεται (περισσότερο στο κοινό, παρά στους συμπρωταγωνιστές του) πως «όλα είναι μια μεταφορά, αλληγορία...». Παρ’ όλα αυτά, η ισορροπημένη, αν μη τι άλλο, πλοκή εδώ δεν διαθέτει την ιδιοφυΐα του πρώτου μέρους του «Αστακού», ούτε και την ανατριχιαστικά ριζοσπαστική κορύφωση του «Κυνόδοντα». Ολα φαντάζουν κάπως επίπεδα και προβλέψιμα, λιγότερο εντυπωσιακά από εκείνα που έχουμε συνηθίσει να μας προσφέρει ένας από τους πιο ρηξικέλευθους δημιουργούς των τελευταίων ετών.

Η δεύτερη επιστροφή της εβδομάδας είναι αυτή του Νίκου Περάκη. Στο «Success Story» (**½) ο βετεράνος κινηματογραφιστής μάς σερβίρει άλλη μία ιστορία νεοελληνικών παραδόξων-ευτράπελων, εμπνεόμενος από τα «καλά» χρόνια, που κατέληξαν φυσικά όπως όλοι γνωρίζουμε. Το ίδιο κάνει και η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη, η οποία μας εισάγει στον κόσμο του Παναγή Πάνδωρα (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης), επιτυχημένου ψυχιάτρου και κληρονόμου μιας πολύ εύπορης οικογένειας, με «άκρες» παντού. Ο Πάνδωρας, συνηθισμένος να τραβάει την προσοχή των γυναικών, θα κάνει το ίδιο και με τη νεαρή Τζορτζίνα (Φιόνα Γεωργιάδη), επίδοξη ηθοποιό την οποία τελικά θα παντρευτεί και θα κλείσει σε «χρυσό κλουβί», προκειμένου ο ίδιος να συνεχίσει απερίσπαστος τα... δικά του. Γύρω από τον Πάνδωρα υπάρχουν διάφοροι χαρακτήρες, οι οποίοι δίνουν τις περισσότερες κωμικές νότες, που αν και γνωστές και αναμενόμενες (στην πλειονότητά τους), υπηρετούν μια χαρά τον σκοπό της ανάλαφρης διασκέδασης. Εκτός από αυτά, επιπλέον στο φιλμ του Περάκη υπάρχουν και μια-δυο πραγματικές (έστω και σχεδόν αβάσταχτα κλισέ) κοινωνικές παρατηρήσεις, όπως αυτή για τις πολύ όμορφες κοπέλες, οι οποίες στα δύσκολα χρόνια ανταλλάσσουν τα όνειρά τους για μια οικονομική σιγουριά που οδηγεί, πάντα με μεγάλη ασφάλεια, στη δυστυχία.

CINEMA ALERT

Είναι κοινή πρακτική τα τελευταία χρόνια, οι φτασμένοι κινηματογραφικοί σταρ, ειδικά εκείνοι που ζητούν να κατακτήσουν νέες προκλήσεις μέσω μικρών ανεξάρτητων παραγωγών, να στρέφονται προς τις ταινίες-κόμικς για το... παντεσπάνι τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την Κέιτ Μπλάνσετ. Η δις βραβευμένη με Οσκαρ ηθοποιός πρωταγωνιστεί αυτή την εβδομάδα ως «κακιά» στο πολυαναμενόμενο «Thor:Ragnarok» της Marvel.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ