Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Το ευάλωτο σημείο της

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προσυνεδριακό στιγμιότυπο της Ν.Δ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

​Αρχίζει να πλανάται –με τον τρόπο που πλανώνται αυτά– η εκτίμηση ότι, εφόσον η κυβέρνηση κλείσει την αξιολόγηση στην ώρα της, οι προοπτικές της από εκεί και πέρα βελτιώνονται, ώστε να πορευθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια προς την εξάντληση της τετραετίας. Στο κάτω κάτω, θα μοιράσει το «κοινωνικό μέρισμα» και μάλιστα με την έγκριση των Ευρωπαίων εποπτών – με το δίκιο του, λοιπόν, καμαρώνει ο Γιούκλιντ. Ο δε Τσίπρας επαίρεται, γιατί έχει περισσότερες φωτογραφίες με διεθνείς ηγέτες από εκείνους που τον αντιπολιτεύονται. (Το είπε ο ίδιος στη Βουλή, σε μια συνήθη στιγμή κυνισμού και αφέλειας.) Ο ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να πει κάποιος, στρέφεται προς την κανονικότητα. Εξημερώνεται.

Υπέρ της κυβέρνησης μπορεί να είναι και το ότι κουράζεται ο κόσμος και, αργά ή γρήγορα, συμβιβάζεται με τη μόνη πραγματικότητα: αυτός είναι ο δρόμος και δεν υπάρχει άλλος, το καταλαβαίνουν πια όλο και περισσότεροι. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ φαντάζουν σαν μια εκδοχή πρώιμου ΠΑΣΟΚ. Αρκετά πιο άτσαλη και ακατέργαστη οπωσδήποτε· αλλά αυτό είναι, τέλος πάντων.

Για να το ελαφρύνω κάπως, δεν προσέξατε ότι ο Τσίπρας πέρασε από την, ομολογουμένως επιτυχημένη, μίμηση του Ανδρέα στη μίμηση του Γιώργου; Ξαφνικά ανακαλύπτει το τζόγκινγκ. Καμαρώνει για τη φιλία με τους Αμερικανούς. Κάνει σαρδάμ του είδους στο οποίο την αποκλειστικότητα είχε ο Γιώργος. Μιλάει, λ.χ., για «ψευδές» ειδήσεις (δηλαδή, ειδήθεις) αντί για «ψευδείς», όπως ακριβώς ο Γιώργος έδινε ραντεβού στις «κάλτσες», αλλά εννοούσε τις «κάλπες». Δανείζεται (υπεξαιρεί, θα πρέπει να πω, αν λάβω υπ’ όψιν την πολιτική καταγωγή του Αλέξη...) ακόμη και επιτυχημένα συνθήματα του Γιώργου. «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», είχε πει ο αλήστου μνήμης· «όλοι έχουν καταλάβει ότι, αν δεν αλλάξουμε, θα βουλιάξουμε», λέει ο Τσίπρας. Εχει σημασία ότι ο Τσίπρας δεν ξεπατικώνει απλώς ένα σλόγκαν που του άρεσε, αλλά το προσαρμόζει στον χρόνο που έχει διαρρεύσει αφότου πρωτοειπώθηκε. Μπαίνει στον κόπο, δηλαδή, να δείξει ότι το ενστερνίζεται, ότι συνειδητά παίρνει τη σκυτάλη από τον Γιώργο και συνεχίζει. Αλλωστε, ο φουκαράς ο Γιώργος είναι η πιο συμπαθής, η πιο άκακη και άδολη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ – σαν την απλή αναλογική του επίσης αλησμόνητου κυρ Φώτη...

Δεν είναι όμως τόσο απλό. Υπάρχουν και οι ουρές για την κάρτα του ηλεκτρονικού εισιτηρίου. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι που στήνονται στην ατελείωτη tail (να το πω όπως θα το έλεγε ο Τσίπρας στα αγγλικά) δεν το κάνουν για τη θαλπωρή της ουράς, ούτε επειδή νοσταλγούν ένα σοσιαλισμό που, ευτυχώς, κανείς δεν έζησε. Αυτό το ντροπιαστικό φαινόμενο του κράτους, που μεταχειρίζεται τους πολίτες και πελάτες του σαν μυρμήγκια, είναι το αποτέλεσμα μιας απόπειρας της κυβέρνησης στον εκσυγχρονισμό. Είναι παράδοξο να πασχίζεις με ένα εργαλείο του σοσιαλισμού (τις ουρές) να φέρεις τον εκσυγχρονισμό, αλλά αυτό μπορούν. Οι δυνατότητές τους είναι εκ των πραγμάτων ιδιαιτέρως περιορισμένες.

Δεν φτάνει λοιπόν η απόφαση να αλλάζεις πολιτική, πρέπει να μπορείς να ανταποκριθείς και στην πράξη. Για την κυβέρνηση είναι τόσο δύσκολο να προχωρήσει ομαλά στον δρόμο του ρεαλισμού, όσο της ήταν να προχωρήσει στον δρόμο της ρήξης, πριν από την πρώτη kolotoumba. Οπως δεν είναι απλή υπόθεση η μετάβαση, μέσα στη διάρκεια μιας ζωής, από τη Νεολιθική Εποχή στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, δεν είναι απλή ούτε η μετάβαση από το επίπεδο του καφενείου σε εκείνο της σύγχρονης εταιρείας και μάλιστα σε διάστημα λίγο παραπάνω από δύο χρόνια.

Κάποιος το είπε ή το έγραψε και ήταν ό,τι πιο εύστοχο ειπώθηκε σχετικώς: Φαντάσου αυτοί, που δεν μπορούν ούτε το σύστημα των εισιτηρίων να αλλάξουν, να έκαναν αλλαγή νομίσματος...

Δεν πέφτει κανείς από τα σύννεφα, φαντάζομαι, που η χώρα γλίστρησε προς τα κάτω στην ετήσια κατάταξη της World Bank για την επιχειρηματικότητα. Ούτε μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ότι ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φρανς Τίμερμανς βρίσκει «ακατανόητο και ενοχλητικό για όλους μας, για όλους όσοι εμπλέκονται» ότι η Ελλάδα δεν απορροφά τα διαθέσιμα κονδύλια για τους πρόσφυγες – κάπου στο ένα δισ., αν δεν κάνω λάθος. Ολα αυτά είναι οι καρποί μιας πρωτοφανούς ανικανότητας, η οποία εντείνεται και από το εσωτερικό ψυχόδραμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Μόλις προχθές οι «53+» διεφώνησαν με την επίσημη γραμμή, επειδή, λένε, «το μνημόνιο δεν είναι ιδιοκτησία μας και η πολιτική μας χρειάζεται να αναζητά συνεχώς τις αναγκαίες ρωγμές που θα αποδυναμώνουν τις μνημονιακές δεσμεύσεις». Με απλά λόγια, ζητούν η αντίσταση –με την εαμική έννοια του όρου, ενδεχομένως– να γίνει επίσημη πολιτική της κυβέρνησης. Οι ίδιοι κρίνουν, επίσης, ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ «οφείλει να στηρίζει τα κοινωνικά κινήματα, που δίνουν μάχες ενάντια στην αντιλαϊκή, φιλοπολεμική, ξενοφοβική, σεξιστική και επικίνδυνη πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ». Το όραμα, δηλαδή, της Βενεζουέλας είναι ακόμη ζωντανό. Ανέγγιχτο από τις εικόνες των ειδήσεων, εικόνες της φρικτής πραγματικότητας στην οποία έχει καταλήξει ο τσαβισμός.

Η παροιμιώδης διοικητική ανεπάρκεια της κυβέρνησης είναι το πιο ευάλωτο σημείο της. Είναι εκεί όπου θα πρέπει να συγκεντρώσουν την επίθεσή τους οι αντίπαλοί της. Προφανώς, δεν αρκεί για να επισπεύσει την αποχώρησή της – αν και ο παράγων τύχη ποτέ δεν μπορεί να προεξοφλείται. Φτάνει, όμως, το σημείο αυτό, ώστε, όταν γίνουν οι επόμενες εκλογές, η ήττα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να είναι μεγάλη και η πλειοψηφία της αντιπολίτευσης ασφαλέστερη. Ολο αυτό, βέβαια, υπό την προϋπόθεση ότι οι ψηφοφόροι έχουν, από την άλλη πλευρά, το παράδειγμα μιας αντιπολίτευσης που μπορεί καλύτερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ