Η διεθνής παρέα των όμορφων γυναικών που συναντήθηκε στα παρασκήνια λίγο πριν από το πέρασμα από την πασαρέλα είχε να ανταλλάξει αρκετές ιστορίες ζωής. Αν και δεν γνωρίζονταν όλες μεταξύ τους, η καθεμία γνώριζε την ύπαρξη των υπολοίπων - οι ιστορίες τους άλλωστε αφορούσαν τη σχέση τους με τον συνδετικό τους κρίκο, τον σχεδιαστή Άγγελο Μπράτη, ο οποίος εκείνο το βράδυ γιόρταζε 15 χρόνια από την πρώτη του επίσημη επίδειξη στο Παρίσι ως απόφοιτος.

Το σημείο συνάντησης ήταν ο Φάρος του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και αφορμή η πρώτη έκδοση της «Haute Grecians», μιας νέας διοργάνωσης από το jenny.gr και την Τζένη Μπαλατσινού, που φιλοδοξεί να αναδείξει το εγχώριο ταλέντο στον χώρο της υψηλής ραπτικής. Ως ένας από τους έξι σχεδιαστές που παρουσίασαν τη δουλειά τους στον Φάρο εκείνο το βράδυ, ο Μπράτης είχε διαλέξει τις πιο «δικές» του γυναίκες: τη στυλίστρια Σοφία Τσακίρη, τη Βερονίκη Χαριτάτου του γραφείου marketing μόδας PLAY, την Alithia Spuri Zampetti του οίκου Paule Ka, τη σχεδιάστρια κοσμημάτων Μαρία Μάστορη, τη ζωγράφο Carol Parfitt, τη Μυρτώ Γλένη του Kiss the Frog Studio, την επιμελήτρια τέχνης Σοφία Τουρνικιώτη, την Angelique Westerhof του Dutch Fashion Foundation, την ηθοποιό Κόρα Καρβούνη και τη δασκάλα διαλογισμού Praveeta - και πρώτο του «φιλί» στην έκτη δημοτικού.

Καθεμία φορούσε ένα κομμάτι από την «pret-a-couture» συλλογή «Μούσα» για το επόμενο καλοκαίρι. Χτισμένη πάνω σε χαρακτηριστικά Μπράτης ντραπέ, bias-cut τεχνικές και φορέματα-χιτώνες χωρίς ραφές, η κολεξιόν ήταν εμπνευσμένη από τη συχνά άγρια ομορφιά των Κυκλάδων - όπως ένα μοτίβο υφάσματος «κυκλαδίτικο μονοπάτι» το οποίο, ζωγραφισμένο σε άσπρο και γκρι, τυπώθηκε σε μετάξι στο Σουφλί. Ανάμεσα στα υφάσματα ήταν το «βασιλικό» κοτόν και η ποπλίνα για αντρικά πουκάμισα, ενώ η χρωματική παλέτα περιλάμβανε λεβάντα και μπουκαμβίλια.

«Ήθελα να δείξω ότι τα ρούχα μου είναι για αληθινές γυναίκες, γιατί δεν κάνω ρούχα για κάτι άπιαστο, αλλά για γυναίκες που έχουν παιδιά και καριέρα», λέει ο Μπράτης μιλώντας στο «Κ» την επομένη του σόου, λίγο πριν σαλπάρει για Τήνο, όπου φωτογραφίζει την καλοκαιρινή του καμπάνια σε συνεργασία με μία ακόμα γυναίκα, τη φωτογράφο Μάρα Δεσύπρη. «Κατά κάποιον τρόπο επανέρχομαι στην πατρίδα, ως ρίζα, όχι με φολκλόρ τρόπο, αλλά με διεθνή», συμπληρώνει.

Επιτυχημένο όραμα

Η έννοια μιας «αληθινής», σταθερής στυλιστικής πρότασης είναι μία από τις ιστορίες που επαναλαμβάνονται με σιγουριά στην πορεία του σχεδιαστή. «Γνωρίζω τον Άγγελο πολλά χρόνια, ήμουν κριτής στα βραβεία “Who Is On Next” τη χρονιά που κέρδισε -επάξια- το βραβείο. Έχει ένα επιτυχημένο όραμα από το οποίο δεν ξεφεύγει, κάτι που είναι υπέρ του. Αυτό το όραμα είναι πολύ μοντέρνο, αλλά και συγχρόνως βαθιά ριζωμένο στην παράδοση, στο ντραπέ, σε κλασικές τεχνικές και φόρμες. Είναι μια γιορτή της κλασικής θηλυκότητας μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα», λέει στο «Κ» η Τιτσιάνα Καρντίνι, πρώην διευθύντρια του τμήματος μόδας των ιστορικών ιταλικών πολυκαταστημάτων La Rinascente και δημοσιογράφος μόδας του Vogue.com, η οποία ταξίδεψε στην Αθήνα ως προσκεκλημένη της διοργάνωσης. «Η επίδειξή του ήταν αυτό που λέμε “in the moment”, με όλη τη συζήτηση που γίνεται στον χώρο της μόδας για την έννοια της “ένταξης”, της διαφορετικότητας, για τους διαφορετικούς σωματότυπους. Το σόου ήταν ένα “statement”, αλλά ένα φυσικό “statement”, πραγματικά ρούχα, όχι μια σπουδή στο στυλ».

Στο παλαιοπωλείο

Στο μεταξύ, στη βιτρίνα του παλαιοπωλείου-γκαλερί Μαρτίνος στο Κολωνάκι συντελείται ένα είδος «επανάστασης». Για πρώτη φορά στην άνω-του-αιώνα ιστορία του οίκου, η μόδα βρίσκει τη θέση της στους χώρους της γκαλερί. Ως προσκεκλημένος επιμελητής των συλλογών των παλαιοπωλείων Μαρτίνος μέχρι τις 18 Νοεμβρίου, ο Μπράτης επί έναν μήνα απόλαυσε μια μοναδική πρόσβαση στα καταστήματα και στις αποθήκες του οίκου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας βιωματικής εμπειρίας για τους επισκέπτες μέσα από έναν διάλογο τέχνης-μόδας μέσω αντικατοπτρισμών και γοητευτικών έργων και αντικειμένων. Στη βιτρίνα της έκθεσης «Through the eyes of Angelos Bratis», το πρώτο ξύλινο μανεκέν που αγόρασε ο σχεδιαστής στο Παρίσι το 2002 φιλοξενεί ένα σακάκι του στο χρώμα του ωκεανού. Το εκλεκτικό μείγμα του «προσωρινού» επιμελητή γεμίζει με μια less is more διάθεση τους εσωτερικούς χώρους, όπου έργα των Τσαρούχη, Μόραλη και Παρθένη προκαλούν συνέργειες με φωτογραφίες του Ιταλού βιομηχανικού σχεδιαστή Έτορε Σότσας, ελληνικά και βαλκανικά παγούρια του 19ου αιώνα από κασσίτερο, μακέτες του αθηναϊκού γραφείου Deca Architecture, έργα του Φίλιππου Θεοδωρίδη και κοσμήματα της Μαρίας Μάστορη, μεταξύ πολλών άλλων. «Στις συλλογές του Μαρτίνου υπάρχουν πολλά ελληνικά κομμάτια που ήδη με είχαν επηρεάσει στο παρελθόν. Τώρα, όμως, είχα την ευκαιρία να συνυπάρξω με έναν Παρθένη, π.χ., να περάσω χρόνο μαζί του, να ζήσω μαζί του σαν να τον είχα σπίτι μου», σημειώνει ο Μπράτης. Υποκινήτρια της «επανάστασης», η ιδιοκτήτρια των παλαιοπωλείων Μαρτίνος, Ελένη Μαρτίνου, για την οποία η μόδα είναι ισάξια των άλλων τεχνών. «Ο Άγγελος φέρνει το απροσδόκητο», λέει η ίδια στο «Κ».

 


© Νίκος Κοκκαλιάς

 

Βιογραφικό εν κινήσει

Γεννημένος στην Αθήνα το 1978, ο Μπράτης σπούδασε στο Ινστιτούτο Μόδας Arnhem της Ολλανδίας. Συνεργάστηκε με τον οίκο Gattinoni στη Ρώμη, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 2000 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου άνοιξε το ατελιέ του. Ο ερχομός και μετέπειτα η εγκαθίδρυση της οικονομικής κρίσης τον ώθησε σε νέες μετακομίσεις. Πρώτος σταθμός η γνώριμη Ρώμη και αργότερα το κέντρο της ιταλικής βιομηχανίας της μόδας, το Μιλάνο, όπου ο σχεδιαστής εργάστηκε ως σύμβουλος σε εταιρείες, συνεχίζοντας παράλληλα τις δικές του συλλογές. Το 2011 κέρδισε το πρώτο βραβείο στην κατηγορία του πρετ-α-πορτέ στον διαγωνισμό της ιταλικής Vogue «Who Is On Next», θεσμό που καθιέρωσε η Franca Sozzani (διευθύντρια της ιταλικής έκδοσης του τίτλου από το 1988 μέχρι τον θάνατό της, το 2016). Πέρα από την Καρντίνι, κριτής για πρώτη φορά στον διαγωνισμό εκείνη τη χρονιά ήταν και η δημοσιογράφος μόδας Σούζι Μένκες. 

Το 2017 βρίσκει τον Μπράτη να κινείται μεταξύ Αθήνας και της βρετανικής εξοχής, όπου πλέον ζει. Η παραγωγή των ρούχων του γίνεται στην Ελλάδα, κομμάτια με την υπογραφή του βρίσκονται σε ελληνικά νησιά και στο Μιλάνο, ενώ στις ειδικές παραγγελίες προστίθενται σήμερα και αντρικά.

«Ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες έχω ανάγκη να ανακαλύπτω νέες φόρμες, μια κίνηση, τη χαρά της ζωής, τα υφάσματα, τις διακοπές, τους καλούς τρόπους, την ομορφιά», παρατηρεί ο ίδιος. «Είναι ένα πείσμα, άλλα όχι προσωπικό, και οι γυναίκες μού έδωσαν τη δύναμη. Αυτές είναι οι πρέσβειρές μου». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ