ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Τις Κυριακές πάντα έφευγες

Βάσια Τζανακάρη

Τις Κυριακές πάντα έφευγες. Έφευγες από το παραθαλάσσιο εξοχικό, μες στην κάψα του μεσημεριού, για να μην πετύχεις κίνηση, άφηνες πίσω οικογενειακά τραπέζια φορτωμένα με μυστικά, στοίβες περιοδικά και βιβλία, κοχύλια που μάζεψες κι ύστερα βαρέθηκες να πλύνεις και τα πέταξες, και έπαιρνες μαζί σου μόνο αλμυρά μαλλιά που μασουλούσες από βαρεμάρα απολαμβάνοντας το αλάτι να σου καίει τη γλώσσα. Έφευγες από τον απογευματινό καφέ στο μπιλιαρδάδικο της πόλης, έξω είχε σκοτεινιάσει από ώρα, ξέπλεκες τα διστακτικά χέρια σου από τα πιο σίγουρα δικά του, ξεκολλούσες από το δερμάτινο μπουφάν του με δυσκολία -η μυρωδιά δεν ξεκολλούσε απ’ τη μύτη σου-, κι έφευγες, έντρομη από το πρωτόγνωρο συναίσθημα, για να κρυφτείς στην ασφάλεια του διαβάσματος και της μουσικής, αλλά εκεί συναντούσες άλλους δαίμονες, στα πολλά πρόσωπα που σου πρόσφερε ο Νικ Κέιβ, μια βεντάλια απόκληρων για να διαλέξεις, δεν ήξερες αν ήσουν το Παιδί της Θλίψης, ο Σκλάβος της Κυριακής ή ο Καλός Γιος – ή αν έπρεπε να συμβιβαστείς με τη Γυναίκα του Τζον Φιν επειδή ήσουν κορίτσι. Έφευγες από το πατρικό σου, φορτωμένη τάπερ και σιδερωμένα ρούχα, για να πας στην πόλη των ονείρων σου και να ξεκινήσεις άλλη μια εβδομάδα δοκιμής ενήλικης ζωής – εξαίσιας και σκληρής μαζί. Έφευγες πάντα από την κουζίνα της μάνας σου –η κουζίνα της μάνας, το φόντο δεκάδων σύγχρονων kitchen sink dramas– για να πας στον άγριο έξω κόσμο. Έφευγες από το σπίτι για να πας βόλτες με το αμάξι, δεν είχε σημασία πού, αρκεί να μην τελείωνε ο δρόμος και η κουβέντα. Έφευγες μες στο σαλονικιώτικο σαρωτικό φως, μεσημέρι, με μια διπλή αγκαλιά, σφιχτή, να γίνει το μπλε μπλουζάκι ένα με το δέρμα σου, ένα τρένο απ’ τον βορρά σε πήγαινε στον νότο, μες στο φως, έφευγες μες στο φως, αν το φως είναι ταυτισμένο με τον νότο κάτι είχε αντιστραφεί περίεργα στις αναμνήσεις σου, το Sunday’s Slave τρύπωνε στο μυαλό σου απ’ το πουθενά, «my heart has collapsed on the tracks of a runaway train». 

Αν το καλοσκεφτόσουν, πάντα έφευγες: από σπίτια φίλων, ξένα σπίτια, ξενοδοχεία, νησιά, πόλεις, θαλάμους νοσοκομείων, τσακωμούς, συναυλίες, μεγάλους έρωτες, μικρούς, μαιευτήρια. Έφευγες. Γιατί ήθελες ή γιατί έπρεπε. Και για κάποινο λόγο ήταν πάντα Κυριακή. Η μέρα της βίαιης τελείας, η μέρα που οι καρδιές βουλιάζουν, η μέρα που μαζεύεις τα κομμάτια σου και τις βαλίτσες σου. Κι αν είσαι από τους λίγους τυχερούς που θεωρούν εαυτούς ευτυχείς, στην κόψη της Κυριακής σε περιμένει η σοβαρή και μετρημένη Δευτέρα, όπου, βιδωμένος στην καρέκλα του γραφείου, χωρίς να σηκώνεις καν το βλέμμα στο παράθυρο, θα κάνεις αυτά που πρέπει, θα φύγεις όταν πρέπει χωρίς να σημαίνει κάτι, η φυγή δεν έχει καμία σημασία, η μέρα δεν έχει καμία σημασία, δεν υπάρχει ειδική μέρα φυγής, γιατί δεν τη χρειάζεσαι. Αν όμως είσαι από τους άλλους, τους απόκληρους του κεϊβικού σύμπαντος, έχει σημασία η μέρα. Έχει σημασία αν είναι Κυριακή. Γιατί δεν έχεις μάθει να φεύγεις άλλη μέρα. Και πρέπει να φύγεις. ■

*H Βάσια Τζανακάρη είναι συγγραφέας και μεταφράστρια.  

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ