ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χωρίς τη μερική απασχόληση η ανεργία θα ήταν ακόμα υψηλότερη

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας στα μέλη του ΟΟΣΑ, με χαμηλές αμοιβές και κατά συνέπεια υψηλά ποσοστά εργαζομένων που βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας παρότι δουλεύουν πολύ, με λίγα όμως μέσα και με δεδομένες εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών. Την απογοητευτική κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική αγορά εργασίας, με βάση τους δείκτες απασχόλησης και ποιότητας των συνθηκών εργασίας, καταγράφει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του, παρά τις σημαντικές και πρωτόγνωρες αλλαγές που θεσμοθετήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει ο σύνδεσμος, χωρίς αυτές και κυρίως χωρίς τη μερική απασχόληση και τη μείωση του κατώτατου μισθού, καθώς και τη μεγαλύτερη ευελιξία στον καθορισμό των μισθών σε επιχειρησιακό επίπεδο, η ανεργία θα ήταν σήμερα σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, ενώ η ύφεση θα συνεχιζόταν με αμείωτους ρυθμούς.

Από τα στοιχεία που παραθέτει ο ΣΕΒ, προκύπτει ότι εκτός της υψηλής ανεργίας και της εκτιμώμενης απώλειας εισοδήματος, που οφείλονται στη μακρά διάρκεια της ύφεσης, όλοι οι υπόλοιποι διαρθρωτικοί δείκτες δεν εμφανίζουν παρά οριακές μεταβολές σε σχέση με το παρελθόν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα μας παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας στις χώρες του ΟΟΣΑ, 21,6% το β΄ τρίμηνο του 2017. Από τους ανθρώπους σε εργάσιμη ηλικία 15-64 ετών, σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ, όπου 2 στους 3 εργάζονται (66,4%), στην Ελλάδα περίπου μόνο οι μισοί εργάζονται (50,8% το 2015, 53% το 2017) ή το 47,7% το 2015, εάν όλοι είχαν πλήρη απασχόληση.

Οι εργαζόμενοι αμείβονται με 10,2 δολάρια ΗΠΑ την ώρα, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 16,5 δολάρια/ώρα, ενώ σε χώρες όπως η Τουρκία (5,6 δολάρια/ώρα), η Ρωσία (4,1 δολάρια/ώρα), η Πορτογαλία (8,6 δολάρια/ώρα), καθώς και πρώην κομουνιστικές χώρες, οι αμοιβές των εργαζομένων είναι χαμηλότερες. Οταν οι εργαζόμενοι μένουν άνεργοι, χάνουν το 32% του εισοδήματός τους, με τον μέσο όρο στον ΟΟΣΑ να είναι μόλις 6,5%.

Μάλιστα, το 64,4% των Ελλήνων εργαζομένων δουλεύει πολύ με λίγα μέσα, με αποτέλεσμα να καταπονείται. Είναι ενδεικτικό ότι το 11,2% δουλεύει πάνω από 60 ώρες εβδομαδιαίως, με μόνη την Τουρκία να είναι σε χειρότερη κατάσταση (76,2% καταπονημένοι, με το 23,3% πάνω από 60 ώρες εβδομαδιαίως). Συνολικά, το 16,1% των εργαζομένων αμείβεται με κάτω του 50% του διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 10,6%. Να σημειωθεί ότι το εισοδηματικό όριο όσων αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου εισοδήματος.

Στην Ελλάδα, οι γυναίκες αμείβονται για την ίδια δουλειά λιγότερο από τους άνδρες, με τη διαφορά να ανέρχεται σε 51,7% της αμοιβής των ανδρών. Σε χειρότερη θέση βρίσκονται οι γυναίκες μόνο στην Κορέα, την Ιαπωνία και το Μεξικό, όπου οι διαφορές είναι ακόμη μεγαλύτερες. Στον αντίποδα, στη Σκανδιναβία η διαφορά στις αμοιβές μεταξύ των δύο φύλων περιορίζεται στο 20% με 25%.

Οι νέοι, οι γέροι, οι μητέρες με μικρά παιδιά, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι μετανάστες έχουν μικρότερο ποσοστό απασχόλησης, με τη διαφορά κατά μέσον όρο να ανέρχεται σε 38,1% του ποσοστού απασχόλησης της πιο απασχολήσιμης ομάδας του εργατικού δυναμικού που είναι οι άνδρες ηλικίας 18 με 55 ετών. Μόνο στο Μεξικό (41,4%) και στην Τουρκία (47,6%), τα ποσοστά είναι υψηλότερα, με μέσο όρο στον ΟΟΣΑ να είναι 25,4%.

Ο ΣΕΒ εκτιμά πως η σχετικά κακή εικόνα στην αγορά εργασίας δεν σχετίζεται με το νέο θεσμικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στη χώρα μας, εκτιμώντας μάλιστα ότι αυτό, αν μη τι άλλο, βοήθησε στην εξομάλυνση των αδιεξόδων της ανεργίας που προκάλεσε στην ιδιωτική οικονομία η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή. Και επαναλαμβάνει ότι ήταν επιλογή στα διαδοχικά προγράμματα η προσαρμογή αυτή να γίνει κυρίως μέσω της υπερφορολόγησης, που μειώνει τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ιδιωτική απασχόληση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ