ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Διαχειρίσιμες οι επιπτώσεις από το νέο λογιστικό πρότυπο

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Διαχειρίσιμη θεωρείται η επίπτωση που θα έχει η εφαρμογή του λογιστικού προτύπου 9 (IFRS 9) στα ίδια κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών. Η επίπτωση εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 4,5 δισ. ευρώ και προέρχεται από τις αυξημένες προβλέψεις που θα πρέπει να πάρουν για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που είναι σε «βαθιά καθυστέρηση».

Το ακριβές μέγεθος της ζημίας για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα εκτιμηθεί τους προσεχείς μήνες, αλλά το γεγονός ότι η ζημία αυτή θα επιμεριστεί σε πέντε χρόνια, είναι τα καλά νέα καθώς καθιστά την επίπτωση διαχειρίσιμη. Η μεταβατική περίοδος των πέντε ετών –η οποία δεν ήταν δεδομένη για τη συγκεκριμένη κατηγορία των πολύ κόκκινων δανείων– είναι το αποτέλεσμα των εντατικών διαβουλεύσεων που έγιναν αυτή την εβδομάδα μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και η συμφωνία για τον επιμερισμό της ζημίας θα μετριάσει το σοκ από την άμεση εφαρμογή του νέου λογιστικού προτύπου (Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς – ΔΠΧΑ 9), που θα ισχύσει από τις αρχές του 2018.

Η επίπτωση που θα έχει για τις ελληνικές τράπεζες θα συνυπολογιστεί στα επικείμενα stress test, που θα ξεκινήσουν τον Φεβρουάριο με στόχο να ολοκληρωθούν τον Μάιο και ήδη τα επιτελεία των τραπεζών κάνουν τους απαραίτητους υπολογισμούς, προκειμένου να μετρήσουν την ακριβή επίπτωση στα ίδια κεφάλαια.

Πρόσφατη ανάλυση της Citibank προσδιορίζει την επίπτωση για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες στα περίπου 4,5 δισ. ευρώ με βάση το ύψος των προβλέψεων στα τέλη του 2016, το οποίο μπορεί να περιοριστεί στα 3,2 δισ. ευρώ με βάση το ποσοστό των προβλέψεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017.

Να σημειωθεί ότι η επίπτωση που προκαλεί το νέο πρότυπο για τις ελληνικές τράπεζες συνδέεται κυρίως με τα δάνεια που είναι σε «βαθιά καθυστέρηση», για τα οποία πρέπει να γίνουν μεγαλύτερες προβλέψεις σε σχέση με αυτές που ίσχυαν μέχρι σήμερα.

Ο αυξημένος κίνδυνος προκύπτει τόσο από το μεγάλο χαρτοφυλάκιο καταγγελμένων δανείων όσο και από τα δάνεια που είναι σε καθυστέρηση άνω του ενός έτους. Το «πάγωμα» επί σειρά ετών όλων των εργαλείων για τη μείωση των κόκκινων δανείων, όπως οι πλειστηριασμοί ακινήτων, οι πωλήσεις ή οι τιτλοποιήσεις δανείων, έχει αυξήσει τον βαθμό ασυνέπειας από τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό τμήμα του χαρτοφυλακίου των κόκκινων δανείων να είναι οφειλές που είτε έχουν καταγγελθεί είτε είναι σε καθυστέρηση για πολλά χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ το 45% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων το πρώτο εξάμηνο του 2017 αφορούσε καταγγελμένες απαιτήσεις. Το ποσοστό αυτό είναι οριακά αυξημένο σε σχέση με το 2015, αλλά όπως επισημαίνει η ΤτΕ θα ήταν υψηλότερο εάν οι τράπεζες δεν διέγραφαν 1,2 δισ. ευρώ καταγγελμένων απαιτήσεων το τέταρτο τρίμηνο του 2016. Ανησυχητικό είναι επίσης το γεγονός ότι το 73,7% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που είναι σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη του ενός έτους.

Το αντίστοιχο ποσοστό για τα στεγαστικά διαμορφώνεται στο 77,9%, για τα επιχειρηματικά στο 73,4%, ενώ για τα καταναλωτικά, τα οποία έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη του εξαμήνου, στο 83%. Στη βάση της εφαρμογής του νέου λογιστικού προτύπου, προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι το 52,3% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που εμπίπτουν στην κατηγορία καθυστέρησης μεγαλύτερης των 90 ημερών (χωρίς σε αυτά να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη των 720 ημερών, δηλαδή άνω των δύο χρόνων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στο τέλος του 2015 ανερχόταν σε 28,7%. Η τάση αυτή έχει σταθεροποιηθεί τον τελευταίο χρόνο, αλλά αφορά ένα μεγάλο τμήμα του χαρτοφυλακίου των κόκκινων δανείων, επιβαρύνοντας την άσκηση που θα υποχρεωθούν να κάνουν οι τράπεζες ενόψει της υιοθέτησης του IFRS 9, αλλά και των επικείμενων stress tests.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ