ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο Αγγελος Δεληβορριάς κάνει, για χατίρι μας, μακροβούτι στην παιδική του ηλικία

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Ο Αγγελος Δεληβορριάς φωτογραφημένος στο μπαλκόνι του Μουσείου Μπενάκη της Κουμπάρη. Στη συνάντησή μας θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια και επέλεξε ένα υπέροχο καραβάκι από τη συλλογή του Μουσείου Παιχνιδιών που μόλις άνοιξε τις πόρτες του στο Φάληρο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Προτού παραιτηθεί ο Αγγελος Δεληβορριάς από το τιμόνι του Μουσείου Μπενάκη, ακριβώς πριν από τρία χρόνια, όλοι έλεγαν πως το τελευταίο του μεγάλο επίτευγμα στην πορεία των 40 ετών, ήταν η οδός Κριεζώτου. Κοντολογίς, η στέγαση της γενιάς του ’30, με εκατοντάδες αντικείμενα που τοποθέτησε μόνος του στις προθήκες. Λάθος. Οραματιστής, με τρόπο μαξιμαλιστικό, είχε ήδη βάλει τις βάσεις για να δημιουργηθεί ένα από τα ωραιότερα μουσεία παιχνιδιών στην Ευρώπη, το οποίο άνοιξε τις πόρτες του πριν από λίγες ημέρες. Και όποιος το επισκεφθεί θα κάνει μια απρόσμενη ανακάλυψη. Ναι, τα παιδικά πρόσωπα λάμπουν μετά την επίσκεψη στους θησαυρούς του. Πιο πολύ όμως λάμπουν οι ενήλικες και μάλιστα εκείνοι που είχαν μια ειδική σχέση με τα παιχνίδια, είδος σπάνιο και εξαιρετικά πολύτιμο για κάποιες γενιές που πέρασαν δύσκολα. Ετσι μεγάλωσε και εκείνος, με την προσμονή του χριστουγεννιάτικου δώρου που θα άλλαζε τη ζωή ενός παιδιού.

Με την πρόσφατη χαρά των εγκαινίων, τα «Αθηναϊκά» του ζήτησαν μια χάρη: να διαλέξει ένα παιχνίδι από τη συλλογή του Μουσείου και να διηγηθεί τα παιδικά του χρόνια. Και ιδού που μια μέρα με ήλιο σχεδόν ανοιξιάτικο, παρότι φθινόπωρο, φωτογραφήθηκε για χάρη της στήλης. Μ’ ένα μικρό κόκκινο καραβάκι στο μπαλκόνι της Κουμπάρη, έτοιμος να μας πει για όλα τα αγορίστικα κατορθώματα, τις συμμορίες της πάνω και της κάτω γειτονιάς, τα τζάνερα που έκλεβαν από ξένα περιβόλια στον Λυκαβηττό, τα τρενάκια και τις παράτολμες βουτιές. Αλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος, τι νόημα έχει ένα μουσείο, αφιερωμένο σε τέτοιους θησαυρούς αν δεν σε βάλει να κάνεις ένα μακροβούτι στο παρελθόν;

«Αντιστέκομαι στο κύμα του τεχνοκρατικού εκσυγχρονισμού» είναι οι πρώτες του κουβέντες. Και ύστερα: «Ακου παιδί μου, το Μουσείο Παιχνιδιού μάς θυμίζει πώς ήταν κάποτε εκείνες οι εποχές που οι άνθρωποι χαίρονταν με πράγματα απλά. Θα έλεγα σε μεγάλους και μικρούς να το επισκεφθούν όχι ως ευφρόσυνη διαφυγή στη δύσκολη καθημερινότητά μας αλλά ως κάτι πιο σπουδαίο. Είναι το μέρος όπου αποτυπώνεται, έστω και νοσταλγικά, η σημασία που μπορεί να απέδιδε ένα παιδί σε ένα αντικείμενο, κάτι που πια δεν υπάρχει. Παιχνίδι για εμάς τότε, ήταν η προσμονή του. Παιχνίδι ήταν η απόλυτη χαρά τού να πιάνεις στα χέρια σου ένα πακέτο χωρίς ακόμα να το έχεις ανοίξει. Παιχνίδι είναι αυτό που δένεσαι και το έχεις μαζί σου χρόνια. Το ανακαλείς ακόμα και στα γεράματα».

«Ομως, να σου πω και κάτι ακόμα» συνεχίζει. «Σε εποχές ανέχειας, τα παιδιά ήξεραν να κατασκευάζουν μόνα τους τα αυτοσχέδια παιχνίδια τους. Τίποτα δεν ήταν μοναχικό όπως σήμερα. Ολα ήταν παρεΐστικα. Το δικό μου τσούρμο ανέβαινε στον περιφερειακό του Λυκαβηττού και μετά κατεβαίναμε την κατηφόρα της Μονής Πετράκη με μια ξύλινη σχεδία που είχε ρουλεμάν. Πηδούσαμε φράκτες και κλέβαμε φρούτα, τα οποία δεν προλάβαιναν ποτέ να ωριμάσουν γιατί τα ρημάζαμε! Οι κήποι, ιδιαιτέρως οι ξένοι, ήταν ο βασίλειό μας. Είχαμε τέτοια καραβάκια, σαν αυτό που σου έφερα και τα βάζαμε μέσα στη θάλασσα. Σε λίγο θα βλέπουν τα παιδιά, ξύλινο καΐκι και δεν θα ξέρουν τι είναι. Ολα τα λιμάνια έχουν πλαστικά σκάφη. Θυμάμαι ναυμαχίες. Και μάχες με μολυβένια στρατιωτάκια. Και τρενάκια. Και ντρέπομαι που το λέω, αλλά ακόμα δεν έχω πάει τα εγγόνια μου στο μουσείο. Θεέ μου, πώς περνάει έτσι ο χρόνος και δεν προλαβαίνουμε τίποτα να κάνουμε πια...», μου λέει λίγο πριν φύγω. Και χαμογελά με αυτό το παιχνιδιάρικο ύφος που έχει και ο νεογέννητος εγγονός του που μου δείχνει στις φωτογραφίες. Ο Αγγελος Δεληβορριάς, τζούνιορ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ