ΒΙΒΛΙΟ

Η νοσταλγία της «Μάχης»

«Μάχη»: Ο λοχίας Σόντερς (Βικ Μόροου, δεξιά) έφερνε κοντά πατέρα και γιο με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να συμβεί σε καμία άλλη στιγμή της καθημερινότητάς τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Γ​​ιατί θυμάμαι ότι η τηλεόραση –η ΥΕΝΕΔ μάλιστα– πρόβαλλε τα επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς κάθε Τετάρτη; Ας πούμε ότι ήταν Τετάρτη, η μνήμη είναι λίγο (ή και πολύ) επινόηση. Οπωσδήποτε ήταν μία φορά την εβδομάδα, απογευματινή ζώνη, σχεδόν μία ώρα κάθε επεισόδιο (και χωρίς διαφημίσεις). Οπότε, αδημονούσες για το επόμενο. Η «Μάχη» (Combat!), διότι περί αυτής της σειράς πρόκειται, που στις ΗΠΑ προβλήθηκε από το 1962 έως το 1967, ήταν η ευτυχισμένη ώρα της εβδομάδας για κάθε μπόμπιρα που μεγάλωνε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’70.

Για τον κύριο Γκρι, ο υπολοχαγός Χάνλεϊ, οι οπλίτες Λε Μέι και Κίρμπι και, πάνω απ’ όλους, ο λοχίας Σόντερς, τον οποίο υποδυόταν ο Βικ Μόροου, έφερναν κοντά πατέρα και γιο με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να συμβεί σε καμία άλλη στιγμή της καθημερινότητάς τους.

«Πού θυμήθηκες τη “Μάχη”;» με ρωτάει γελώντας ο κύριος Γκρι, βάζοντας στο YouTube τους τίτλους της έναρξης, με τις ξιφολόγχες, τις εκρήξεις και τη στερεοτυπική εμβατηριακή μουσική υπόκρουση. Του είπα ότι έπεσε στα χέρια μου η πρόσφατη συλλογική έκδοση «Αμερικανικές σειρές στην ελληνική τηλεόραση. Δημοφιλής κουλτούρα και ψυχοκοινωνική δυναμική» (εκδ. Παπαζήση) των Βασίλη Βαμβακά και Αγγελικής Γαζή. Εκεί, η Ευαγγελία Κούρτη, καθηγήτρια στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αφιερώνει ένα κεφάλαιο («Η περίπτωση της σειράς Μάχη», σσ. 403-439) στον λοχία Σόντερς και στην ομάδα του στην πρώτη γραμμή του μετώπου, στη Γαλλία μετά τον Ιούνιο του 1944.

Σημαντικό μέρος της μελέτης της Κούρτη αφιερώνεται στο πώς θυμούνται τη σειρά οι Ελληνες που την έβλεπαν τότε, κυρίως στη δεύτερη προβολή της (η πρώτη ήταν το 1968-71), δηλαδή από το 1974 έως το 1979, μέσα από πλήθος σχολίων και αναρτήσεων στο Διαδίκτυο. Η «Μάχη» επιδεικνύει, λοιπόν, μιαν απρόσμενη αντοχή στον χρόνο, παρά τα κλισέ που αναπαράγει, και παρά τις αδύναμες –σήμερα πια– σκηνές μάχης. Μετά τον κινηματογραφικό «Στρατιώτη Ράιαν» (1998) και το επίσης τηλεοπτικό «Band of Brothers» (ΗΒΟ, 2001) και μόνον οι ήχοι των πυροβολισμών και των εκρήξεων στη «Μάχη» αρκούν για να μειδιάσεις ελαφρώς.

Και όμως ήταν πειστική ως προς τον γενικότερο ρεαλισμό της ανθρώπινης συνθήκης που αποτύπωνε. Είχε βέβαια σημαντικούς σκηνοθέτες, στο ξεκίνημά τους τότε: Ρόμπερτ Ολτμαν, Λάζλο Μπένεντεκ, Ρίτσαρντ Ντόνερ κ.ά. Χάρη στους χαρακτήρες όμως (όπως ορθά γράφει η Κούρτη, ο Σόντερς και οι άνδρες του είχαν γίνει «δικά μας παιδιά») είναι που η «Μάχη» δικαιολογεί τη διαχρονική της αξία.

«Για μένα», πετάγεται ο κύριος Γκρι, «δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά. Το ζουμί βρίσκεται στο σενάριο. Στις ιστορίες, στις ανατροπές, στις δραματικές κορυφώσεις, στα ηθικά διλήμματα που θέτουν κάθε φορά οι σεναριογράφοι. Ναι, κάθε επεισόδιο είναι σαν ένα διήγημα με χαρακτήρες από σάρκα και οστά, αλλά είναι το ξάστερο story telling που σε κρατά ώς το τέλος».

Η νοσταλγία της «Μάχης» δεν έχει να κάνει μόνον με την παιδική ηλικία. Εχει να κάνει και με μια τηλεόραση που «βλεπόταν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ