ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενας ώριμος πιανίστας σε έργα για ενήλικους ακροατές

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Πιανίστας - ποιητής, ο Μαρτίνος Τιρίμος ανέδειξε την ποικιλία του πιανιστικού έργου του Ντεμπισί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Πολύ καιρό είχε να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα ρεσιτάλ πιάνου ικανό να δημιουργήσει αίσθημα ψυχικής πληρότητας και αισθητικής απόλαυσης στους ακροατές. Στις 21 Οκτωβρίου, στην Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο ενός κύκλου εκδηλώσεων με γενικό τίτλο «Το γαλλικό πιάνο», ο Κύπριος πιανίστας Μαρτίνος Τιρίμος επέλεξε ένα πρόγραμμα αποκλειστικά αφιερωμένο στο πιανιστικό έργο της ωριμότητας του Κλοντ Ντεμπισί. Σε αυτό περιέλαβε ολόκληρο το πρώτο βιβλίο με Πρελούδια, καθώς επίσης το «Φεγγαρόφωτο» από τη σουίτα «Μπεργκαμάσκ», τις «Γκραβούρες», το «Νησί της χαράς» και τη σύνθεση «Για το πιάνο».

Μια πρώτη παρατήρηση αφορά το γεγονός ότι με οδηγό έναν ώριμο και έμπειρο καλλιτέχνη, όχι απλώς δεν κουράζεται κανείς ακούγοντας επί δύο ώρες σχετικά σύντομα έργα γραμμένα από το ίδιο χέρι, αλλά αντίθετα εκτιμά τον πλούτο και την ποικιλομορφία της πιανιστικής μουσικής του Ντεμπισί.

Ευελιξία και αυστηρότητα

Η οικειότητα του Τιρίμου με τη μουσική του Ντεμπισί τού επέτρεπε να χειρίζεται με μεγάλη άνεση τα εκφραστικά του μέσα, επιλέγοντας ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε κομματιού άλλοτε την ευελιξία σε ό,τι αφορά τις χρονικές διάρκειες και τη δυναμική και άλλοτε την αυστηρότητα, όπως χαρακτηριστικά στην επιβλητική «τοκάτα» που ολοκληρώνει τη σύνθεση «Για το πιάνο». Αναδείκνυε τα ιριδίζοντα χρώματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της τέχνης του Γάλλου συνθέτη, μέσα από τα οποία προβάλλεται με «ιμπρεσιονιστικό» τρόπο το εκάστοτε περιγραφόμενο.

Κάθε κομμάτι αποκτούσε τον δικό του, τελείως ξεχωριστό χαρακτήρα και επιπλέον έφερε το αποτύπωμα μιας προσωπικής ποιητικής ερμηνείας, αυτής του συγκεκριμένου πιανίστα. Ο ήχος που παρήγαγε ο Τιρίμος παρέμεινε σταθερά διάφανος. Υπήρξε άριστο εκφραστικό μέσο προκειμένου ο πιανίστας να πλάσει την ατμόσφαιρα σε καθένα από τα μουσικά ποιήματα του Ντεμπισί και στάθηκε ιδανικό εργαλείο για την ανάδειξη των δεξιοτεχνικών κομματιών, αφού χάρισε διαύγεια και καθαρότητα στην πυκνή τους γραφή. Ειδικότερα στα Πρελούδια αποδείχθηκε ιδανικά ευαίσθητο μέσο έκφρασης, καθώς τα έργα αυτά δεν αποτελούν δείγματα μουσικού ρεαλισμού αλλά μάλλον συμβολισμού στη μουσική, μιας έννοιας που δύσκολα περιγράφεται σε ένα κείμενο κριτικής. Το αντιλαμβάνεται, όμως, κανείς με σαφήνεια ακούγοντας τα έργα έτσι όπως τα απέδωσε ο Τιρίμος. Οι ποιητικές ερμηνείες προσδιορίστηκαν από τη φαντασία του πιανίστα και την ευαισθησία με την οποία διαφοροποιούσε ανάμεσα στις εκάστοτε απαιτούμενες λεπτές αποχρώσεις.

Εκφραστικός Σνίτκε

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 27 Οκτωβρίου, ένας άλλος, πολύ νεότερος πιανίστας, ο Κωνσταντίνος Δεστούνης, παρέκαμψε τα γνωστά και αγαπημένα και πρότεινε το ενδιαφέρον Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων του Σοβιετικού συνθέτη Αλφρεντ Σνίτκε. Γραμμένο το 1979, το έργο είναι χαρακτηριστικό ενός πολυσυλλεκτικού ιδιώματος, το οποίο αντλεί από διάφορα στοιχεία, όπως οι μηχανιστικοί ρυθμοί του Προκόφιεφ, ο μινιμαλισμός, ο οποίος τότε βρισκόταν στο απόγειό του, τα μπλουζ αλλά και η κλασική φόρμα του Κοντσέρτου. Πίσω από αυτά, τα οποία τόσο τάραζαν τις σοβιετικές αρχές της εποχής, διαφαίνεται η έντονα συναισθηματική γραφή ενός ανθρώπου ο οποίος ασφυκτιούσε υπό το καθεστώς. Συνεργαζόμενος με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Τσαρλς Ολιβιέρι-Μάνροου, ο 26χρονος Δεστούνης επέτρεψε στο κοινό της Αίθουσας των Φίλων της Μουσικής να δει πίσω από τις νότες, χρωματίζοντας κάθε φράση ξεχωριστά, προβάλλοντας τα σχόλια που επιχειρεί ο συνθέτης και αναδεικνύοντας τη μελαγχολία που είναι εγγεγραμμένη στις νότες. Προϋπόθεση, φυσικά, υπήρξε η άρτια τεχνική του πιανίστα αλλά και η ευαισθησία της αντίληψής του.

Σπάνιος Τσαϊκόφσκι

Ο γεννημένος στη Μάλτα και μεγαλωμένος στον Καναδά Τσαρλς Ολιβιέρι-Μάνροου είναι ακόμα ένας τακτικός συνεργάτης της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Η συνεργασία των πρεσβειών της Μάλτας και του Καναδά για τη συναυλία αυτή έμοιαζε αυτονόητη. Και αυτή τη φορά, υπό τη διεύθυνση του συγκεκριμένου αρχιμουσικού, το σύνολο απέδωσε πολύ καλά, έστω και αν υπήρξαν σημεία, όπως στο εναρκτήριο «Φθινόπωρο» από το μπαλέτο «Οι εποχές» του Αλεξάντρ Γκλαζουνόφ, κατά τα οποία τα ντεσιμπέλ παρέμεναν σταθερά σε υψηλό επίπεδο. Ηταν το λιγότερο ενδιαφέρον από τα έργα του προγράμματος, ζωηρό και κεφάτο με έναν ανάλαφρο τρόπο, ελάχιστα ταιριαστό ως προοίμιο του Κοντσέρτου του Σνίτκε.

Ενδιαφέρον είχε, ωστόσο, η 1η Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, «Χειμωνιάτικα όνειρα», με την οποία ολοκληρώθηκε η βραδιά. Οχι μόνο επειδή ακούστηκε ένα έργο το οποίο παίζεται σπάνια, αλλά επειδή διέκρινε κανείς ερμηνεία, πέρα από την απλή απόδοση του μουσικού κειμένου. Ειδικά στο δεύτερο μέρος, ο Ολιβιέρι-Μάνροου απέσπασε από τα έγχορδα, ιδιαίτερα δε τα βιολοντσέλα, τα αισθήματα της νοσταλγίας και της λαχτάρας, που χαρακτηρίζουν ολόκληρο το δημιουργικό έργο του Τσαϊκόφσκι. Συνέβαλαν σημαντικά τα ξύλινα πνευστά, όπως το όμποε του Γιάννη Οικονόμου αλλά και το φλάουτο της Χρυσής Πιλαφτσή. Στην έντονα κινητική γραφή του τρίτου μέρους ο αρχιμουσικός εξασφάλισε λικνιστικό βηματισμό, ενώ τα λαμπερά χάλκινα φόρτισαν εορταστικά τη θριαμβική κατάληξη της συμφωνίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ