ΕΛΛΑΔΑ

Η γραφειοκρατία, «πληγή» για τους οροθετικούς

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Επί ένα χρόνο ο Μ. λαμβάνει επιμελώς τα φάρμακά του, αλλά η αβεβαιότητά του δεν μετριάζεται. Γραφειοκρατικά κωλύματα που καθυστερούν την προμήθεια αντιδραστηρίων δεν έχουν επιτρέψει να εξεταστεί το ιικό του φορτίο, ένας απαραίτητος δείκτης για την εκτίμηση της ανταπόκρισής του στην αντιρετροϊκή θεραπεία. «Μπαίνεις σε μια διαδικασία άγχους», λέει ο 27χρονος οροθετικός. «Παίρνεις την αγωγή σου και δεν ξέρεις απόλυτα εάν λειτουργεί».

Στις αρχές του 2016 η «Κ» είχε καταγράψει τις διαδοχικές ελλείψεις σε αντιρετροϊκά φάρμακα στα νοσοκομεία. Τότε, αρκετοί οροθετικοί αναγκάζονταν να καταφύγουν ακόμη και σε δανεισμό χαπιών μεταξύ τους, ενώ ορισμένοι δεν απέκλειαν ως τελευταία λύση τη μετανάστευση σε άλλη χώρα της Ε.Ε. για να λαμβάνουν απρόσκοπτα τη θεραπεία τους.

Πρόβλημα για τη θεραπεία

Πλέον, αυτό το ζήτημα έχει λυθεί και υπάρχουν διαθέσιμα σκευάσματα στην Ελλάδα. Ωστόσο, εδώ και καιρό επιμένει ένα άλλο πρόβλημα: Σύμφωνα με γιατρούς, οροθετικούς και σωματεία που τους εκπροσωπούν, η πρόσβαση σε εξετάσεις μέτρησης ιικού φορτίου και γονοτυπικής αντοχής παραμένει περιορισμένη. Ενδεικτικά, στο Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Ρετροϊών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών εκκρεμούν περίπου 8.000 δείγματα προς εξέταση.

«Υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση και αυτό δημιουργεί πρόβλημα στην παρακολούθηση και στις αλλαγές των θεραπειών», λέει ο Μάριος Λαζανάς, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Αντιμετώπισης του AIDS.

Μέσω της μέτρησης ιικού φορτίου HIV-1 ελέγχεται και επιβεβαιώνεται η αποτελεσματικότητα της αντιρετροϊκής αγωγής. Συνήθως, η εξέταση πραγματοποιείται κάθε έξι μήνες, εκτός κι αν συγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις την επισπεύσουν. Αντίστοιχα, ο έλεγχος γονοτυπικής αντοχής γίνεται στην έναρξη της θεραπείας και εφόσον κριθεί ότι πρέπει να αλλάξει το φαρμακευτικό σχήμα.

Ο Μ. ξεκίνησε τη θεραπεία τέσσερις μήνες μετά τη διάγνωσή του το 2014, ώσπου αντιμετώπισε παρενέργειες στα νεφρά και στα κόκαλα και άλλαξε την αγωγή του. Μέχρι σήμερα, όμως, σε αυτά τα τρία χρόνια, έχει λάβει μόνο μία φορά στα χέρια του αποτελέσματα από εξέταση για ιικό φορτίο, παρά τα δείγματα αίματος που έδινε ανά εξάμηνο. «Είναι μια σημαντική εξέταση. Το αποτέλεσμά της έχει άμεση επίπτωση στον τρόπο ζωής σου, καθώς δείχνει εάν είσαι ή όχι μεταδοτικός», λέει. Δέχθηκε να μιλήσει στην «Κ» για την περίπτωσή του χωρίς να δημοσιοποιηθούν τα πλήρη στοιχεία του, καθώς ακόμη στις ημέρες μας υπάρχει ο φόβος κοινωνικού στιγματισμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), μέχρι το τέλος του 2016 ο συνολικός αριθμός ανθρώπων στην Ελλάδα που είχαν διαγνωστεί ως οροθετικοί (συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων έιτζ) ανερχόταν στις 15.966. Σημαντική αύξηση είχε καταγραφεί το 2011 και το 2012, κυρίως σε άτομα που μολύνθηκαν από ενέσιμη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Εκτοτε, οι διαγνώσεις εμφανίζουν πτωτική τάση.

Χρονοβόρες διαδικασίες

Με διαρκείς παρεμβάσεις και επιστολές προς όλους τους αρμόδιους φορείς ο Σύλλογος Οροθετικών Ελλάδας «Θετική Φωνή» προσπαθεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα της έλλειψης αντιδραστηρίων. Οπως εξηγεί ο Γιώργος Τσιακαλάκης, υπεύθυνος επικοινωνίας του συλλόγου, η συσσώρευση των δειγμάτων που δεν έχουν ελεγχθεί δεν οφείλεται σε έλλειψη χρημάτων. Σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία, το υπουργείο Υγείας μέσω του ΚΕΕΛΠΝΟ έχει ήδη υπογράψει συμβάσεις και έχει διαθέσει κονδύλια στα τέσσερα πανεπιστημιακά εργαστήρια της χώρας για την προμήθεια των απαραίτητων αντιδραστηρίων.

Αυτά τα εργαστήρια είναι αρμόδια για την πραγματοποίηση των ελέγχων. Οι καθυστερήσεις όμως προκύπτουν από τη χρονοβόρο –πολύμηνη σε κάποιες περιπτώσεις– διαδικασία που απαιτείται για τη διενέργεια συνοπτικών ή διεθνών διαγωνισμών.
Οσοι οροθετικοί είναι ασφαλισμένοι, έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις συγκεκριμένες εξετάσεις και στα συμβεβλημένα με τον ΕΟΠΥΥ ιδιωτικά εργαστήρια. Ο κ. Τσιακαλάκης όμως επισημαίνει ότι αρκετοί οροθετικοί απέχουν από αυτή τη λύση, καθώς δεν εξασφαλίζεται εκεί η ανωνυμία τους όπως συμβαίνει στα πανεπιστημιακά εργαστήρια.

Τον περασμένο Μάιο σε απάντησή του σε σχετικές ερωτήσεις βουλευτών, ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός είχε παραδεχθεί ότι «κατά καιρούς διαπιστώθηκαν ελλείψεις αντιδραστηρίων και κατ’ επέκταση μεγάλη καθυστέρηση». Ανέφερε ότι το ιικό φορτίο είναι «απαραίτητος δείκτης», αλλά όχι «μοναδικός για την εκτίμηση της γενικότερης κατάστασης της υγείας του ατόμου και την εκτίμηση της ανοσολογικής ανταπόκρισης στην αντιρετροϊκή αγωγή». Επισήμανε ακόμη ότι δεν σταμάτησαν να πραγματοποιούνται εξετάσεις σε επείγοντα περιστατικά.

Την κάλυψη εκτάκτων περιπτώσεων επιβεβαιώνουν στην «Κ» και από το Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Ρετροϊών της Αθήνας. Επισημαίνουν ακόμη ότι παρά τις ελλείψεις μέσα στο 2016 είχαν ελεγχθεί περίπου 4.900 δείγματα. Ο κ. Λαζανάς τονίζει ότι πρέπει να επιταχυνθούν οι διαγωνισμοί. «Φοβάμαι ότι το θέμα κολλάει σε διάφορα γραφειοκρατικά γρανάζια», λέει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ