ΜΟΥΣΙΚΗ

«Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος...»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Μάνος Χατζιδάκις μαζί με έναν φίλο του περπατούν στην κατοχική Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα ιδεατό ποιητικό πρόσωπο, που ενσαρκώνει την ελπίδα και τη διάψευσή της, είναι η «Εποχή της Μελισσάνθης» του Μάνου Χατζιδάκι, που παρουσιάζει σήμερα και αύριο η Λυρική Σκηνή, στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» στο ΚΠΙΣΝ. Ενα βαθιά πολιτικό έργο, στο οποίο ο κορυφαίος δημιουργός καταγράφει όλη τη μεταπολεμική παθογένεια της Ελλάδας: φανατισμός, μισαλλοδοξία, στοιχεία φασισμού.

Είναι η απελπισία του ανήσυχου νεαρού, τότε, Χατζιδάκι, που συγκλονίζεται από τον διχασμό. Είναι 3 Δεκεμβρίου του 1944, η αστυνομία ανοίγει πυρ στην πλατεία Συντάγματος εναντίον των διαδηλωτών του ΕΑΜ και ο Χατζιδάκις γράφει: «Αδελφοσύνη, αισθήματα, συνθήματα, αντιδράσεις: πάμφθηνα εμπορεύματα χυμένα στα πεζοδρόμια, μαζί μ’ αληθινό αίμα, αληθινά κορμιά νεανικά, αληθινά στόματα ανθρώπων που κραυγάζουν. Απ’ τη μεριά στην άλλη. Οργάνωση, πειθαρχία, σκοπιμότης: η Τάξις. Ανισος αγώνας...».

Οργανωμένος στην ΕΠΟΝ, ακολουθεί ως μουσικός και συνθέτης τους Ενωμένους Καλλιτέχνες που παρουσιάζουν το έργο του Ιρβιν Σο «Θάψτε τους νεκρούς», σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου. Στη Λάρισα οι Αλφαμίτες τους ξυλοκοπούν. «Ορμούν καταπάνω μας φαντάροι, με λυμένους ζωστήρες, κι αρχίζουν να μας χτυπούν», περιγράφει αργότερα ο Γιώργος Σεβαστίκογλου. Τραυματική εμπειρία ήταν για τον Χατζιδάκι και το σοκ που βίωσε στα 20 του καθώς πήγαινε σε σπίτι φίλων κι ένας ασφαλίτης του έκοψε τον δρόμο. «Ηταν δυο-τρεις μαζί, μα σαν είδα τον χοντρό πάγωσα». Ηταν ένας παλιός ΕΛΑΣίτης. «Τώρα τον έβλεπα μπροστά μου, αστυφύλακα στην Ασφάλεια, να ζητάει ταυτότητα ειρωνικά, χωρίς βέβαια να μ’ αναγνωρίσει. Μου ’πε δυο λόγια προσβλητικά (…) Αρχισα να βλέπω πως η Πατρίδα δεν είναι τόσο τίμια και καθαρή και αποφάσισα να έχω τα μάτια μου ανοιχτά».

Η γνωριμία του με τον Εκτορα Οικονομίδη στην Κατοχή ήταν καθοριστική. Του μιλούσε για την αξία του ρεμπέτικου. «Και παρότι αρχικά τον άκουγα δυσπιστώντας, κατόρθωσε εν τέλει να ενδιαφερθώ. Αλλά και πάλι δεν θα λάμβανα πρωτοβουλία, αν δεν γινόταν κάτι απροσδόκητο: είχαμε ραντεβού μια μέρα στον “Ορφέα”, μα ο Εκτωρ δεν ήρθε. Τον είχαν συλλάβει οι Γερμανοί. Τον βασάνισαν στο Χαϊδάρι και τον σκότωσαν. Αυτό με συγκλόνισε. Μοιραία, κάθε συζήτηση μαζί του πήρε πια άλλες διαστάσεις», μας είχε πει ο κορυφαίος συνθέτης (σε κοινή συνέντευξη στην «Καθημερινή» και στην «Ελευθεροτυπία»), μια εβδομάδα πριν από τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 1994. Μαζί με τα βιώματα, ήταν και μια άλλη ιστορία που σχημάτιζε τη «Μελισσάνθη» στο μυαλό του. Μια είδηση που διάβασε σε εφημερίδα. Αναφερόταν σε μια γυναίκα που πουλούσε έρωτα μες στο ερειπωμένο υγρό λιμάνι του Αμβούργου και τη γνωριμία της με νέο, άρρωστο στρατιώτη, ο οποίος επέστρεφε απ’ την αιχμαλωσία. Πάνω στο κρεβάτι του φτηνού ξενοδοχείου, από το φυλαχτό στον λαιμό του, αναγνώρισε τον γιο της. Εκείνος πνίγηκε στα νερά του λιμανιού, εκείνη σάλεψε. «Πώς ήρθε τ’ όνομα της Μελισσάνθης μέσα μου ξαφνικά; Μια γυάλινη ηρωίδα του Μεσοπολέμου, να παίρνει έτσι αυθαίρετα την όψη μιας τρελής μητέρας, ερωμένης κι αδερφής μες στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης; Η ιστορία αυτή άφησε μέσα μου μια ταραχή ώς τώρα, που τελείωσα την “Εποχή της Μελισσάνθης”, χωρίς να ξέρω αν τέλειωσα και με το πρόσωπό Της», έγραψε το 1981, αφιερώνοντας το έργο στη μνήμη της μητέρας του.

Από το 1945

Κάτι που άρχισε το 1945, σχηματίστηκε ως πρώτη εικόνα το 1965, όταν έγραψε το ποίημα «Η Εποχή της Μελισσάνθης» (στην ποιητική συλλογή «Μυθολογία»). Τα κεντρικά μέρη του ποιήματος αποτέλεσαν τον πυρήνα του έργου που άρχισε να συνθέτει το 1970 στην Αμερική. Το 1980 το παρουσίασε με τη Μαρία Φαραντούρη στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Μια καντάτα για ώριμη γυναικεία φωνή, δύο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα, με βασικό μουσικό όργανο το μπουζούκι θα δούμε στη Λυρική σε νέα ανάγνωση. Σε καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Χατζιδάκι και μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. «Η “Εποχή της Μελισσάνθης” τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα τον χαμό της», γράφει στο επίλογο του σημειώματός του ο Χατζιδάκις, διαβλέποντας πως «κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ