ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η χρηματοδότηση του επικουρικού της ΕΤΕ στο μικροσκόπιο της Ε.Ε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

Η DG Comp ζητεί στοιχεία για να διαπιστώσει αν η Εθνική έχει παραβεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε μετά τη λήψη κρατικής βοήθειας, στο πλαίσιο της πρώτης αλλά και της τρίτης ανακεφαλαιοποίησης. Αν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, η τράπεζα είναι πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπη ακόμη και με πρόστιμο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την παρέμβαση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ε.Ε. (DG Comp) προκαλεί η υπόθεση του επικουρικού ταμείου της Εθνικής Τράπεζας και με επιστολή προς τη διοίκηση της τράπεζας ζητεί στοιχεία, προκειμένου να διερευνήσει αν η χρηματοδότηση του Ταμείου του συνιστά αθέτηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η τράπεζα. Παράλληλα, θέτει το ζήτημα της συμμετοχής του επικουρικού ταμείου (ΛΕΠΕΤΕ - Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας) στις αυξήσεις κεφαλαίου της τράπεζας.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η DG Comp ζητεί στοιχεία για τη χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ από το 2012 και μετά, για να διαπιστώσει αν η Εθνική έχει παραβεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε μετά τη λήψη κρατικής βοήθειας στο πλαίσιο της πρώτης αλλά και της τρίτης ανακεφαλαιοποίησης. Αν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, η τράπεζα είναι πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπη ακόμη και με πρόστιμο. Στην επιστολή σημειώνεται ότι ο ΛΕΠΕΤΕ είναι ταμείο εγγυημένων εισφορών στο οποίο η ΕΤΕ εισφέρει ποσοστό 9% των αποδοχών των εργαζομένων και ζητεί από την τράπεζα να τοποθετηθεί εάν τα τελευταία χρόνια διοχέτευσε πρόσθετους πόρους στο Ταμείο.

Η DG Comp θέτει επτά ερωτήματα προς τη διοίκηση της τράπεζας: πόσα χρήματα έχουν δοθεί στον ΛΕΠΕΤΕ από το 2012 και μετά ανά έτος, τι αντίστοιχες προβλέψεις έχει πραγματοποιήσει ανά έτος, αν είχε τη δυνατότητα στο παρελθόν να τερματίσει την επιπλέον ενίσχυση του Ταμείου και γιατί δεν το έπραξε, αν ο ΛΕΠΕΤΕ συμμετείχε στις αυξήσεις κεφαλαίου της τράπεζας το 2013, το 2014 και το 2015 και με τι ποσά, ποια είναι η σχέση της τράπεζας με το Ταμείο και αν θα συνεχίσει να το χρηματοδοτεί και για πόσο. Τέλος, η DG Comp ρωτάει αν οι ελληνικές αρχές θεωρούν τη χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ αλλά και τη συμμετοχή του στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της ΕΤΕ σύμφωνες με τις δεσμεύσεις της τράπεζας.

Την ίδια ώρα, συνταξιούχοι και εργαζόμενοι κλιμακώνουν με δικαστικές ενέργειες τη σύγκρουσή τους με τη διοίκηση της τράπεζας, υποστηρίζοντας ότι ο ΛΕΠΕΤΕ είναι ταμείο εγγυημένων παροχών και δεν μπορεί να ανατραπεί το ισχύον καθεστώς.

Από την πλευρά της, η διοίκηση υπογραμμίζει ότι η τράπεζα επιβαρύνεται κάθε χρόνο με 100 εκατ. ευρώ καλύπτοντας το έλλειμμα του επικουρικού, κάτι που δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μέση επικουρική σύνταξη που καταβάλλεται στους συνταξιούχους της ΕΤΕ διαμορφώνεται σε 750 ευρώ, όταν η μέση επικουρική σύνταξη του ενιαίου ταμείου είναι περίπου 200 ευρώ. Σημειώνεται ότι οι συνταξιούχοι της ΕΤΕ προσεγγίζουν τους 16.000. Πρόκειται για χρόνιο πρόβλημα, το οποίο είχαν θέσει εδώ και χρόνια οι ορκωτοί λογιστές της τράπεζας, ενώ πλέον για το θέμα έχει κάνει παρέμβαση και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM).

Η διοίκηση της τράπεζας έχει δηλώσει ότι, «με βάση τον νόμο και τις χαρακτηριστικές ιδιότητές του, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί λογαριασμό-πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, χωρίς να υφίσταται νομική δέσμευση της Εθνικής ή εγγυητική ευθύνη της για την κάλυψη τυχόν ελλειμμάτων του. Η συνέχιση της καταβολής των συντάξεων του ΛΕΠΕΤΕ κατέστη εφικτή επειδή η ΕΤΕ, χωρίς να υπέχει καμία εκ του νόμου συμβατική υποχρέωση, παρείχε ορισμένες ταμειακές διευκολύνσεις στον ΛΕΠΕΤΕ, με τη μορφή δανείου και ρητή αναφορά ότι ο ΛΕΠΕΤΕ οφείλει να επιστρέψει στην ΕΤΕ τα σχετικά δανεισθέντα ποσά». Τέλος, η διοίκηση έχει γνωστοποιήσει ότι δεν είναι πλέον δυνατή η παροχή πρόσθετων διευκολύνσεων, ενώ έχει καλέσει τους συνταξιούχους σε διάλογο, προκειμένου να βρεθεί ένας τρόπος σταδιακής προσαρμογής και να μετριαστούν οι επιπτώσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ