ΒΙΒΛΙΟ

Ξαναδιαβάζοντας τα «Απομεινάρια μιας μέρας» του Καζούο Ισιγκούρο

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Αριστερά, σκηνή από τη θεατρική μεταφορά του βιβλίου σε σκηνοθεσία Τζέιμς Αϊβορι, με πρωταγωνιστές τους Αντονι Χόπκινς και Εμμα Τόμσον. Δεξιά, ο Καζούο Ισιγκούρο, αποδέκτης του φετινού Νομπέλ Λογοτεχνίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

KAZOΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ
Τα απομεινάρια μιας μέρας
μτφρ.: Αργυρώ Μαντόγλου
εκδ. Ψυχογιός

Eνας ηλικιωμένος μπάτλερ διασχίζει, για πρώτη φορά στη ζωή του, την αγγλική ύπαιθρο με την ελπίδα πως η παλιά οικονόμος του Ντάρλινγκτον Χολ ενδιαφέρεται να επιστρέψει στο παλιό της πόστο. Το μοναχικό ταξίδι γίνεται αφορμή για έναν μικρό απολογισμό της ζωής του, από τις «ένδοξες» μέρες του, όταν υπηρετούσε επιφανείς προσωπικότητες της πολιτικής και της διπλωματίας έως τη δύση της καριέρας του, η οποία συνέπεσε με την παρακμή της έπαυλης και τον ξεπεσμό του αριστοκράτη ιδιοκτήτη της. Στη σκέψη του, οι όποιες αμφιβολίες για την ορθότητα των αποφάσεων του λόρδου Ντάρλινγκτον εκφράζονται μόνο υπαινικτικά, και ακόμα πιο συγκαλυμμένο είναι το αίσθημα της μεταμέλειας για τις δικές του εσφαλμένες επιλογές. Ομως ο αναγνώστης δεν δυσκολεύεται να διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές και αναπόφευκτα γεμίζει με οίκτο για τον ήρωα, που ναι μεν ήταν υπεύθυνος για τις πράξεις του, αλλά κατά βάση έπεσε θύμα της ίδιας του της εμμονής με τον επαγγελματισμό, το ιδανικό του «μεγάλου μπάτλερ» και την έννοια της «αξιοπρέπειας». Στον βωμό της εργασιακής τελειότητας, θυσίασε τις πιθανότητες μιας κανονικής ζωής και, κυρίως, τις ευκαιρίες να συνδεθεί πραγματικά με άλλους ανθρώπους, πληγώνοντας όσους επιχειρούσαν να τον προσεγγίσουν. Αν και δεν ομολογεί ποτέ πως του στοίχισε η απώλεια της δεσποινίδας Κέντον, το γεγονός πως αποφασίζει να κάνει ολόκληρο ταξίδι για να τη βρει μετά 20 ολόκληρα χρόνια είναι από μόνο του αποκαλυπτικό.

To τρίτο μυθιστόρημα του συγγραφέα και το πρώτο που διαδραματίζεται στη Βρετανία, τα «Απομεινάρια μιας μέρας» αγαπήθηκαν εξίσου από το εγχώριο και το διεθνές κοινό, βραβεύτηκαν με Μπούκερ το 1989 και τέσσερα χρόνια αργότερα μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο από τον Τζέιμς Αϊβορι, με πρωταγωνιστές τον Αντονι Χόπκινς και την Εμμα Τόμσον. Αποφεύγοντας τις συναισθηματικές εξάρσεις, που άλλωστε θα ήταν εντελώς έξω από την κοσμοθεωρία του αφηγητή, ο Καζούο Ισιγκούρο σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός ατόμου στα πρόθυρα της ψυχικής κατάρρευσης, αλλά συγχρόνως αυτοελεγχόμενου (και «αξιοπρεπή») μέχρι τελικής πτώσεως. Αντιμέτωπος με τα απομεινάρια της μέρας του, ο μπάτλερ επιμένει να διατηρεί την ψευδαίσθηση πως έχει συμφιλιωθεί με τη μοίρα του και οι στιγμές της αυτο-αμφισβήτησης δεν αργούν να δώσουν τη θέση τους στη βεβαιότητα πως έχει το δίκιο με το μέρος του.

Για τον αναγνώστη, όπως και για τον καινούργιο, Αμερικανό εργοδότη του, ο Στίβενς είναι μάλλον μια γραφική φιγούρα από το παρελθόν, ένα σύμβολο μιας Αγγλίας τυπολατρικής και γεμάτης μεγαλόπνοες ιδέες, η οποία σταδιακά περνάει στη σφαίρα της λήθης. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το κλασικό, πλέον μυθιστόρημα, που επανακυκλοφορεί μετά τη βράβευση του συγγραφέα με Νομπέλ, γράφτηκε από ένα παιδί μεταναστών. Γεννημένος στο Ναγκασάκι, ο Ισιγκούρο εγκαταστάθηκε στη Βρετανία σε ηλικία πέντε ετών, ωστόσο οι γονείς του δεν είχαν την πρόθεση να παραμείνουν μόνιμα στη χώρα και τον γαλούχησαν με τις ιαπωνικές αξίες. Οπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους που μεγαλώνουν «μοιρασμένοι» ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, έχει προσεγγίσει την αγγλική νοοτροπία με την αμεσότητα του εκ των έσω γνώστη και την ψυχρή αποστασιοποίηση του εξωτερικού παρατηρητή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ