ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γαλλοϊταλικός άξονας ανάπτυξης στην Ευρωζώνη

REUTERS

Σύμφωνα με στοιχεία του 2016, η συνεισφορά της Ιταλίας στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης υπολογίζεται πλέον στο 15,5%.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Παρότι η Γερμανία και η Ισπανία πατούσαν συνήθως γκάζι για την ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης της Ευρωζώνης, πρόοδος έχει σημειωθεί το τελευταίο διάστημα και από τη Γαλλία και την Ιταλία. Οι δύο χώρες φαίνεται ότι θα συμβάλουν σημαντικά στην οικονομική άνθηση που αναμένεται να σημειωθεί στη διάρκεια του 2018. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Reuters, άγνωστο παραμένει πόσο θα κρατήσει η γενικότερη συμβολή τους για την ενίσχυση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Οι δομικές μεταρρυθμίσεις και η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας προχωρούν στις δύο χώρες με πολύ αργούς ρυθμούς, αλλά τα σημάδια εξακολουθούν να είναι ενθαρρυντικά. Σε ένα τέτοιο συμπέρασμα έχει καταλήξει ο Φρεντ Ντουκροζέτ της Pictet Asset Management, ο οποίος επισήμανε στο Reuters ότι το τελευταίο στάδιο της οικονομικής ανάκαμψης στην Ευρωζώνη έχει επιτευχθεί από χώρες που σημείωναν στο παρελθόν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Εξετάζοντας την περίπτωση της Ιταλίας, ο κ. Ντουκροζέτ τόνισε ότι η συνεισφορά της ιταλικής οικονομίας στην άνοδο του ρυθμού ανάπτυξης της Ευρωζώνης παραμένει χαμηλή σε σχέση με το μέγεθός της. Σύμφωνα με στοιχεία του 2016, η συνεισφορά της Ιταλίας στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης υπολογίζεται πλέον στο 15,5%, όταν τα προηγούμενα χρόνια, και συγκεκριμένα από τότε που υιοθέτησε η χώρα το ευρώ, το 1999, η συνεισφορά της ιταλικής οικονομίας περιοριζόταν στο 4,2%. Επίσης, από το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ο κ. Ντουκροζέτ υπολογίζει ότι η συνολική συμμετοχή της Ιταλίας στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης διαμορφώνεται στο 7,5%, ενώ κατά τη διάρκεια του περυσινού πρώτου τριμήνου, η συνεισφορά της διαμορφώθηκε στο 9,6%.

Υπενθυμίζεται ότι ο μεταποιητικός τομέας σημείωσε τον Οκτώβριο τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης των τελευταίων εξίμισι χρόνων, ενώ η έκθεση των ιταλικών τραπεζών σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, που αποτελεί «αγκάθι» για την οικονομία, έχει περιοριστεί στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών ετών. Ειδικότερα, η αξία των κόκκινων δανείων εκτιμάται πλέον στα 172 δισ. ευρώ, παρότι ο αριθμός τους δεν έχει αγγίξει τα επίπεδα προ κρίσης. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη Γαλλία, η συνεισφορά της οποίας στην άνοδο του ΑΕΠ της Ευρωζώνης άρχισε σταδιακά να βελτιώνεται. Ειδικότερα, ο κ. Ντουκροζέτ υπολόγισε ότι, βάσει στοιχείων, το ποσοστό συνεισφοράς έως τα τέλη του 2016 ανέρχεται στο 20,6%, ενώ το ποσοστό συνεισφοράς της Γαλλίας από το 1999 ανεβαίνει στο 21,1%, συμβαδίζοντας απόλυτα με το μέγεθος της γαλλικής οικονομίας. Ωστόσο αυτό το ποσοστό μειώνεται στο 13%, αν η συνεισφορά της στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης υπολογιστεί από το δεύτερο τρίμηνο του 2013, λόγω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε εν μέρει τη Γαλλία το 2011-2012. Ηδη, όμως, από το πρώτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους το ποσοστό αυξήθηκε στο 14,2%. Η παραπάνω ανάλυση του κ. Ντουκροζέτ δείχνει ότι και οι δύο χώρες έχουν μειώσει κατά πολύ το χάσμα μεταξύ της τωρινής συμβολής τους στην αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και της δυνατότητάς τους να το ενισχύσουν περαιτέρω.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ