ΕΛΛΑΔΑ

Επιστολή - διαμαρτυρία της συμβολαιογράφου κ. Μ. Μπαρλαμά: «Φοβάμαι ότι το γραφείο μου θα γίνει γυαλιά-καρφιά»

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Φωτογραφία αρχείου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Κύριε υπουργέ Προστασίας του Πολίτη, δεν είμαι σε θέση να αντιμετωπίσω τους επίδοξους εισβολείς όποτε αυτοί θα επιλέξουν να εισβάλουν στο γραφείο μου. Δεν διαθέτω σωματοφύλακες και πολύ φοβάμαι ότι και το δικό μου γραφείο θα γίνει γυαλιά-καρφιά, όπως ακριβώς έγινε πρόσφατα το γραφείο άλλης συναδέλφου».

Με τα λόγια αυτά στην επιστολή που κοινοποίησε στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη κ. Νίκο Τόσκα, τον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Σταύρο Κοντονή, την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ξένη Δημητρίου και τον αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Κωνσταντίνο Τσουβάλα, η συμβολαιογράφος κ. Μελπομένη Μπαρλαμά, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, συμπυκνώνει την αγωνία που βιώνουν πολλοί συνάδελφοί της τους τελευταίους μήνες. «Τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες στο γραφείο βιώνουμε σε καθημερινή βάση ένα κλίμα φόβου ότι η επόμενη επέμβαση των γνωστών - αγνώστων θα είμαστε εμείς», σημειώνει και «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μου ως άμισθης δημόσιας λειτουργού στον χώρο των ειρηνοδικείων δέχτηκα βιαιότατη επίθεση που δεν περιορίστηκε μόνο στο επίπεδο της λεκτικής βίας. Οι απειλές περί εισβολής στο γραφείο μου “για να μάθω εγώ” εκτοξεύθηκαν και συνεχίζουν να εκτοξεύονται…».

Ο λόγος για τη δράση των λεγόμενων «συλλογικοτήτων» που πρόσφατα ξεπέρασε τις αίθουσες των ειρηνοδικείων, στις οποίες οι προπηλακισμοί και οι ύβρεις ήταν μια συνηθισμένη εικόνα κάθε Τετάρτη, ημέρα που ο νομοθέτης έχει ορίσει για τη διενέργεια των πλειστηριασμών. Τι και αν αρκετοί από τους πλειστηριασμούς που ματαιώθηκαν αφορούσαν εμπορικά ή βιομηχανικά ακίνητα, βίλες ή ακόμη και πλοία και οι οφειλέτες ήταν πρόσωπα μεγάλης οικονομικής επιφάνειας με δυσθεώρητα χρέη, που αξιοποιούσαν ή σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν τις συλλογικότητες για να εξυπηρετήσουν ιδιοτελή συμφέροντα. Σε δηλώσεις της στην «Κ» η κ. Μπαρλαμά αναφέρεται στην προσφυγή του Σωματείου των Εργαζομένων της Ασπίς Πρόνοια που παρ’ ολίγον να ματαιωθεί με πρωτοβουλία των «συλλογικοτήτων», αλλά και σε πληθώρα άλλων παρόμοιων περιπτώσεων, που στόχευαν στην ικανοποίηση μικρών ή μεγάλων συμφερόντων. Η πολιτεία παρέμενε απαθής στα αλλεπάλληλα περιστατικά βίας που εκτυλίσσονταν στις αίθουσες των δικαστηρίων και οι συμβολαιογράφοι έγιναν υποκείμενα διασυρμού. «Ο συμβολαιογράφος είναι δημόσιος λειτουργός. Φανταστείτε οι συλλογικότητες να επιτίθονταν σε δημόσιους υπαλλήλους, απλώς και μόνο επειδή βεβαιώνουν τον ΕΝΦΙΑ», εξηγεί η κ. Μπαρλαμά. Μπροστά στην παράλυση του δικαστικού συστήματος η απάντηση για «τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να προστατευθώ τον αφήνω στους αρμόδιους για αυτό εκπροσώπους του υπουργείου σας», συνεχίζει στην επιστολή της η κ. Μπαρλαμά και «το μόνο που εγώ επιθυμώ είναι να συνεχίσω να ασκώ το λειτούργημά μου, όπως ορίζουν ο νόμος και το Σύνταγμα χωρίς τον φόβο υλοποίησης των γνωστών απειλών».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ