Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο κυνισμός, μόνη πραγματικότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​το 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που ολοκληρώνεται σήμερα με την απονομή των βραβείων, προβλήθηκε μια ταινία με τίτλο «Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα» στο πρόγραμμα «Ανοιχτοί ορίζοντες». Μεξικανική παραγωγή του 2017, το όνομα του σκηνοθέτη Ερνέστο Κοντρέρας. Θα αναφερθούμε εν τάχει στην υπόθεση, γιατί στόχος του σχολίου δεν είναι η ταινία αυτή καθαυτή: Νεαρός γλωσσολόγος αναζητεί τα τελευταία ίχνη μιας γλώσσας που πεθαίνει και την οποία μιλούν τρεις ηλικιωμένοι χωρικοί.

Η μία, γυναίκα, πεθαίνει και απομένουν οι δύο άντρες, που δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα μεταξύ τους εδώ και 50 χρόνια. Υπάρχει ένα καλά κρυμμένο μυστικό που αφορά τη μεταξύ τους σχέση, μια ομοφυλοφιλική έλξη που αποκρύβεται· τιμωρητικά και ενοχικά. Ο Ντον Εβαρίστο παντρεύεται, ο Ντον Ιζάουρο μένει μόνος. Ο δεύτερος πεθαίνει, τελικά, και πάει να συναντήσει τους άλλους νεκρούς «συνομιλητές» της μυστικής –και επινοημένης– γλώσσας Ζικρίλ, που επικοινωνεί με τα πουλιά και τους ήχους της φύσης. Τρυφερή και απρόβλεπτη ταινία, ξαφνιάζει με τον τρόπο που καταδεικνύει πώς και πόσες ζωές ανθρώπων «χάνονται» εγκλωβισμένες σε αισθήματα ανεπεξέργαστα, σε ασφυκτικές κοινωνικές και θρησκευτικές συμβάσεις, στην άρνηση της αγάπης του εαυτού και του άλλου. Η ταινία μιλάει για τα αμετάφραστα συναισθήματα που ανήκουν σε μια γλώσσα η οποία πεθαίνει γιατί χάνονται σιγά σιγά και οι τελευταίοι, από τους ελάχιστους, γνώστες της.

Παρακολουθώντας την ταινία έκανα τους δικούς μου συνειρμούς, για τη «γλώσσα» της πολιτικής, τους εγκλωβισμούς και τα αδιέξοδά της. Την αδυναμία της να εμπλουτιστεί και να αναπνεύσει, πέρα από στερεότυπα και καταγγελίες. Δεν είναι καινούργιο πρόβλημα. Eχει επανειλημμένως επισημανθεί.

Εάν επανερχόμαστε είναι γιατί όσο ο κυνισμός εγκαθίσταται ως η μόνη κοινά αναγνωρίσιμη πραγματικότητα, η άλλη γλώσσα, μιας πιο προσωπικής και σύνθετης επικοινωνίας που αμφιβάλλει και αναρωτιέται χωρίς να πνίγεται στην ασφυξία του θέσφατου, ξεμακραίνει όλο και περισσότερο από τον δημόσιο λόγο. Πριν από λίγες ημέρες ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας με αφορμή μια άσεμνη χειρονομία της Βίκυς Σταμάτη, τη χαρακτήρισε «νεόπλουτο τσουλί» και την ύπαρξή της «ασήμαντη και άχρηστη».

Τι συνέβη και τελματώνει ο δημόσιος λόγος σε χαρακτηρισμούς χωρίς τέλος, χωρίς όρια, τα οποία ορίζονται από τη δυνατότητα ανθρώπινης συνύπαρξης και μόνο – για να απομακρυνθούμε από λέξεις όπως «ευπρέπεια» και «αξιοπρέπεια»; Ο συγγραφέας Νικήτας Σινιόσογλου σε συνέντευξή του στην «Κ» (στις 23/10, στον Αντώνη Παγκράτη) είχε πει, μεταξύ άλλων: «Σερνόμαστε μέσα σε έναν μετανεωτερικό χυλό, όπου υπολείμματα μιας εκφυλισμένης θυμικής και μαγικο-θρησκευτικής αντίληψης για τα πράγματα ανακατεύονται με αποτυχημένες απόπειρες εκδυτικισμού».

Στη φράση αυτή συναντώνται τόσο το «σούρσιμο» όσο και η «αποτυχημένη απόπειρα» εξορθολογισμού. Η προσπάθεια, δηλαδή, να αποκτήσει η κοινωνία ένα κέντρο το οποίο θα περιορίσει τις δυνάμεις περιθωριοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης, που αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Ο πολιτικός, ο δημόσιος λόγος, είναι θερμοκήπιο ακραίων συμπεριφορών. Τις υποθάλπει, τις τροφοδοτεί, τις βοηθάει να αναπαραχθούν δημιουργώντας εντός και εκτός Βουλής τις κατάλληλες συνθήκες.

Η ελληνική κοινωνία ενισχύει τα άκρα και απομακρύνεται από το κέντρο. Πώς μπορεί να πορευτεί με ατροφική ραχοκοκαλιά και μεγεθυμένα άκρα; Φταίνε μόνο οι εκπρόσωποι των κεντρώων ή κεντροαριστερών συνασπισμών, που κρίνονται ως αδύναμοι και «άγευστοι»; Ή, μήπως, η γλώσσα του θυμικού, ανεπεξέργαστη και δημαγωγική, έχει καταλάβει και την έκταση που άλλοτε αναλογούσε σε μια κεντρώα αντίληψη της ζωής και της πολιτικής; Χάνονται οι αποχρώσεις· τόσο στις λέξεις όσο και στις σκέψεις. Κερδίζουν έδαφος οι αποδομητικοί χαρακτηρισμοί, οι επιθέσεις χωρίς τέλος, περισσεύουν οι δήθεν «εκπρόσωποι των φτωχών και αδυνάμων», οι θεσμοί ροκανίζονται επικίνδυνα, η ισορροπία όχι μόνο δεν είναι το ζητούμενο αλλά προπηλακίζεται ως καταφύγιο των ανικάνων.

Γίνεται όλο και πιο επίπονο να συντηρήσει κανείς μια γλώσσα χωρίς τεχνητές εντάσεις και ιαχές, με αμφιβολίες και ερωτήματα, χωρίς την ευκολία του απόλυτου. Μια γλώσσα που να συνθέτει και να συνδέει τον κόσμο του καθενός με τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ