ΜΟΥΣΙΚΗ

Η «Λεονόρα» του Διαφωτισμού και των υψηλών ιδανικών

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Με λυρική φωνή αλλά σκηνικά έντονη παρουσία ερμήνευσε τη Λεονόρα η Μ. Πέτερσεν, εδώ γονατισμένη. Δεξιά του αρχιμουσικού Ρ. Γιάκομπς διακρίνεται ο τενόρος Γ. Κουμ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Η «Λεονόρα» του Μπετόβεν, αρχική εκδοχή του γνωστότερου «Φιντέλιο», παρουσιάστηκε σε ημισκηνοθετημένη μορφή στις 30 Οκτωβρίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Δουλεμένη στη λεπτομέρειά της από τον γνωστό Φλαμανδό αρχιμουσικό Ρενέ Γιάκομπς, μαζί με ομάδα καλών μονωδών, την εξαίρετη Ορχήστρα Μπαρόκ του Φράιμπουργκ και το χορωδιακό σύνολο Ακαδημία Τραγουδιού της Ζυρίχης, η παράσταση έφθασε στην Αθήνα, αφού πρώτα είχε παρουσιαστεί σε Βιέννη, Βρυξέλλες και Αμστερνταμ, ενώ ακολούθησαν παραστάσεις σε Μπάντεν-Μπάντεν και Παρίσι. Η ένταξη της Αθήνας σε αυτή την αλληλουχία μουσικών πρωτευουσών έδωσε την ψευδαίσθηση ότι η πόλη συμμετέχει με ενεργό τρόπο στο ευρωπαϊκό μουσικό γίγνεσθαι. Για μια στιγμή ξεχάσαμε ότι ο «Φιντέλιο», έργο ρεπερτορίου σε άλλες χώρες, έχει να παρουσιαστεί στην Αθήνα από το 1995, δηλαδή εδώ και 22 χρόνια.

Προφανώς, δεν απορρίπτει κανείς την αρχική εκδοχή της όπερας ως νεανικό πρωτόλειο του Μπετόβεν. Εξάλλου, η «Λεονόρα» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «νεανική». Το 1805, όταν την ολοκλήρωσε, ο Μπετόβεν ήταν 35 ετών και είχε συνθέσει έργα όπως η «Ηρωική» συμφωνία, τα τρία πρώτα Κοντσέρτα για πιάνο και σονάτες όπως η «Βάλντσταϊν». Η εμπειρία του στο λυρικό θέατρο υπήρξε πράγματι περιορισμένη και η γραφή του για τις φωνές ήταν προβληματική, αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά θα παρέμεναν αμετάβλητα εννέα χρόνια μετά, οπότε κατέληξε στον «Φιντέλιο», όπως επίσης μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ισορροπημένο έργο

Τυπική «όπερα σωτηρίας», κατά την οποία ο κεντρικός ήρωας, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, σώζεται την τελευταία στιγμή, η «Λεονόρα» φαίνεται πως ήταν εμπνευσμένη από πραγματικό περιστατικό της περιόδου της Τρομοκρατίας των Ιακωβίνων. Οι διαφορές του έργου με τον «Φιντέλιο» είναι ουσιαστικές. Η «Λεονόρα» διαθέτει τρεις ισότιμες πράξεις, αντί των συνεπτυγμένων δύο του «Φιντέλιο». Καθεμιά έχει διακριτό χαρακτήρα. Η πρώτη ανήκει περισσότερο στο «κωμικό» είδος όπερας, με έμφαση στην ανάλαφρη και καθημερινή όψη της ζωής. Κυριαρχούν τα αισθηματικά προβλήματα της Μαρτσελίνε, κόρης του δεσμοφύλακα Ρόκο, η οποία προτιμά ως σύζυγο τον αινιγματικό Φιντέλιο, από τον οικείο της Ζακίνο.

Η δεύτερη πράξη απευθύνεται στα βαθύτερα συναισθήματα των θεατών, εστιάζοντας στο δράμα της Λεονόρας, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα με το όνομα Φιντέλιο αναζητεί στις φυλακές όλης της χώρας τον σύζυγό της, πολιτικό κρατούμενο. Η τρίτη πράξη μετατοπίζει το ενδιαφέρον στο προσφιλές μετά τη Γαλλική Επανάσταση ιδεολογικό επίπεδο, μιλώντας για τα ιδανικά της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και την καταδίκη της τυραννίας. Η λύση δίνεται μέσα από την εμφάνιση ενός από μηχανής θεού, αλλά με λιγότερο συνοπτικές διαδικασίες απ’ ό,τι στον «Φιντέλιο».

Στον «Φιντέλιο» η μουσική δραματουργία καθορίζεται από τους χαρακτηριστικά δραματικούς τόνους της άριας της Λεονόρας και της αντίστοιχης του συζύγου της Φλόρεσταν. Στη «Λεονόρα» από την πρώτη άρια απουσιάζει το έντονα δραματικό εισαγωγικό απαγγελτικό μέρος, ενώ η δεύτερη έχει χαρακτήρα λυρικής αναπόλησης. Επομένως, επιγραμματικά, η «Λεονόρα» είναι έργο με διαφορετικές ισορροπίες και διαφορετική αισθητική σε σχέση με την τελική εκδοχή.

Εξαιρετική ερμηνεία

Ο Γιάκομπς πρόβαλε τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του έργου κατ’ αρχάς μέσα από τον ιδιαίτερα καλλιεργημένο ήχο των οργάνων εποχής της Ορχήστρας Μπαρόκ του Φράιμπουργκ. Σπάνια ακούει κανείς φυσική τρομπέτα με ήχο τονικά σίγουρο, δυναμικά ελεγχόμενο και ταυτόχρονα μαλακό. Εξίσου σπάνια ακούγεται ξύλινο φλάουτο με ήχο τόσο καλά εστιασμένο, ώστε η συμβολή του να είναι ευδιάκριτη. Ομοια φανερή ήταν η συνεισφορά των τριών κοντραμπάσων, των οποίων ο ήχος δεν χανόταν στο σύνολο των εγχόρδων, αλλά, αντίθετα, υπογράμμιζε και χρωμάτιζε με επιτυχία τα μέρη στα οποία συμμετείχε. Με δυο λόγια, χάρη σε ένα πολύ καλά προετοιμασμένο σύνολο, ο Γιάκομπς πρόβαλε όλα τα στοιχεία της μουσικής γραφής, τα οποία συμβάλλουν στο τελικό εξαιρετικό μουσικό κείμενο, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο ακρόαμα με πρόσθετο ενδιαφέρον.

Η διανομή ήταν στο σύνολό της ισορροπημένη. Τον ρόλο του τίτλου ανέλαβε η υψίφωνος Μάρλις Πέτερσεν, σταθερή συνεργάτις του Γιάκομπς και γνωστή στο αθηναϊκό κοινό. Το φωτεινό ηχόχρωμα της φωνής της ακτινοβολεί αθωότητα και ανέδειξε κυρίως τη θηλυκή πλευρά του ρόλου. Διαβάζει κανείς ότι η Αννα Μίλντερ, πρώτη ερμηνεύτρια του ρόλου, διέπρεπε ως πρωταγωνίστρια στις όπερες «Ιφιγένεια στην Ταυρίδα» του Γκλουκ και «Μήδεια» του Κερουμπίνι. Πιθανότατα επρόκειτο για φωνή με πιο σκούρες αποχρώσεις, ικανές να αναδείξουν αμεσότερα τους μελοδραματικούς τόνους, ειδικά στα μουσικά μέρη της δεύτερης πράξης.

Ο Αυστριακός τενόρος Γιοχάνες Κουμ, ο οποίος ερμήνευσε τον ρόλο του Ζακίνο, έσωσε την παράσταση, καθώς τελευταία στιγμή κλήθηκε να αναλάβει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Φλόρεσταν, στον οποίο ανταποκρίθηκε χωρίς εμφανή προβλήματα. Πειστικοί υπήρξαν ο Ρώσος βαθύφωνος Ντιμίτρι Ιβασένκο ως Ρόκο και η Αμερικανίδα υψίφωνος Ρόμπιν Τζοχάνσεν ως Μαρτσελίνε, ενώ ο Νορβηγός βαρύτονος Γιοχάνες Βάισερ ως «κακός» Πιτσάρο είχε να αντιπαλέψει τη γραφή του Μπετόβεν, ελάχιστα φιλική για τη φωνή του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ