Στο άδειο Παλέ ντε Σπορ, δύο ώρες πριν από την απογευματινή προπόνηση της ομάδας μπάσκετ του Άρη, είναι σχεδόν παραλυτικό το συναίσθημα να στέκεσαι στο κέντρο του παρκέ, μόνος απέναντι στον «Δράκο». Η Θεσσαλονίκη είναι ο νέος σταθμός της τεράστιας αθλητικής και προπονητικής καριέρας του Παναγιώτη Γιαννάκη. Ο ίδιος δηλώνει ότι επιστρέφει μετά από 24 χρόνια στο σπίτι του. Στην πρώτη του μεγάλη συνέντευξη, όχι με επίκεντρο τα αθλητικά, ο κόουτς, που χαίρει σεβασμού όσο λίγοι και εκτός των παρκέ, μιλάει για τη σχέση του με την πόλη της Θεσσαλονίκης, τη σημερινή κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα, τα εγγόνια του, το προσωνύμιο «Δράκος» και τον δικό του ορισμό της ευτυχίας.

Τι θυμάστε από τη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’80;

Θυμάμαι μια πόλη γεμάτη ζωή, με ανθρώπους που είχαν όνειρα. Γι’ αυτό βρέθηκα κι εγώ στη Θεσσαλονίκη, διότι υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν στη δύναμη της πόλης και των μονάδων της και δημιούργησαν εκείνη την ομάδα.

Είναι αλήθεια ότι υπογράψατε το συμβόλαιο με τον Άρη σε συνθήκες μυστικότητας, στο διαμέρισμα του Γιάννη Μπουτάρη στο Κολωνάκι;

Είναι αλήθεια, ναι. Οι άνθρωποι του Άρη ήθελαν να προλάβουν τις άλλες ομάδες που ενδιαφέρονταν να με αποκτήσουν. Κυρίως, ήθελαν να κάνουν μια τέτοια μεταγραφή, ώστε να μην υπάρξει εν δυνάμει αντίπαλος στο γήπεδο.

Πού μένατε τότε;

Έμενα Κύπρου και Κερκύρας, στην περιοχή Βυζάντιο. Ήταν καλό σημείο, κοντά στο γήπεδο, κι επίσης ήταν ήσυχα.

Πώς βρήκατε την πόλη 24 χρόνια αργότερα;

Έχουν γίνει αρκετά πράγματα, μου φαίνεται ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει πλέον ωραίους κοινόχρηστους χώρους, όπως το παραλιακό μέτωπο. Δεν έχω κυκλοφορήσει ακόμη πολύ μέσα στην πόλη, αλλά αισθάνομαι ότι ένας άνθρωπος που ζει στη Θεσσαλονίκη περνάει καλά. 

Πήγατε στην παλιά σας γειτονιά;

Πάντα περνάω, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία επιστρέφω εκεί, για να θυμηθώ τις ωραίες στιγμές που έζησα. 

Θυμάστε την πρώτη φορά που βρεθήκατε ως παίκτης στο «Αλεξάνδρειο»;

Ήμουν πιτσιρικάς, 16 ετών, το 1975. Είχε ανέβει η ομάδα μου, ο Ιωνικός Νίκαιας, στην Α΄ Εθνική. Ήταν εκδηλωτικός ο κόσμος. Το γήπεδο μας φαινόταν υπέροχο, ήταν μπασκετικό, πολύ μεγάλο για την εποχή μου. Σε έπιανε δέος.

Την πρώτη φορά ως παίκτης του Άρη;

Αισθάνθηκα πολύ ωραία κι άρχισα να ονειρεύομαι. 

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης με τη φανέλα του Άρη τη δεκαετία του ’80, ένας από τους καλύτερους play maker στην Ευρώπη εκείνη την εποχή.© Eurokinissi

 

Μετά από τόσα χρόνια, ποια είναι η σχέση σας με τη Θεσσαλονίκη;

Το 1984 είχα έρθει για να μείνω μόνιμα. Οι δυσκολίες της εποχής δημιούργησαν μια ένταση, λόγω του ότι ο Άρης έκανε τεράστιες θυσίες για να δημιουργήσει μια ομάδα η οποία θα έκανε την πόλη, την Ελλάδα και την Ευρώπη να μιλάει γι’ αυτήν. Ήταν συγκλονιστικό, δεν ξέρω αν έχει ανάλογο παράδειγμα η πόλη. Ήταν ένα πολυδιάστατο εγχείρημα. Αξίζουν συγχαρητήρια σε όσους έδωσαν και την ψυχή για όλο αυτό, όμως νομίζω ότι διοικητικά δεν κατάφεραν να το οργανώσουν και να το κάνουν μια παραγωγική δραστηριότητα της πόλης.

Γιατί πιστεύετε;

Το «γιατί» υπάρχει και σήμερα. Πάντα πίστευα ότι θα πρέπει να δίνεται σημασία στο πώς θα δημιουργούνται στελέχη, τόσο στη διοίκηση όσο και στο αθλητικό αποτέλεσμα. Είναι
διαφορετικά πράγματα, που όμως πολλές φορές μπερδεύονται γιατί είναι ελκυστικό το αθλητικό αποτέλεσμα. Στους ανθρώπους που διοικούν αρέσει να ασχολούνται περισσότερο με τα αγωνιστικά, νομίζοντας ότι έτσι βοηθούν την εξέλιξη της ομάδας.

Επιστρέφετε 24 χρόνια μετά ως προπονητής. Τι είπατε την πρώτη μέρα στους παίκτες σας;

Πάντα λέω στα παιδιά ότι θέλω να ξεπεράσουν τις ικανότητες που έχουν κι αυτό θα είναι σκληρό. Θα μάχονται με το μυαλό τους, που ωραιοποιεί πράγματα φθηνά για την επαγγελματική τους εξέλιξη. Είμαστε εδώ για να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε τους καλύτερους. Κάθε μέρα να γινόμαστε καλύτεροι στις αντιδράσεις μας απέναντι στα προβλήματα, είτε είναι ατομικά τεχνικά είτε είναι ομαδικά. Δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε να πετύχουμε. Την ομάδα αυτή περιμένει όλος ο αθλητικός κόσμος να τη δει σε υψηλό επίπεδο, γιατί πάντα έχει καλή θύμηση, είτε είναι φίλαθλος της ομάδας είτε αντίπαλος.

Θέλετε να μου δώσετε ένα παράδειγμα για το brand name του Άρη;

Φίλοι μου είχαν βρεθεί στο Παρίσι και περίμεναν στην ουρά έξω από το μουσείο του Λούβρου. Φορούσαν ένα κασκόλ του Άρη. Τους είδε ο Γάλλος φύλακας και τους πέρασε μπροστά. 

Αυτό το έχει καταλάβει ο οργανισμός Άρης;

Σε μια απλή προσέγγιση και σε μια έξαρση της ικανοποίησης για την ομάδα του, μπορεί να του περνάει από το μυαλό. Αλλά δεν δουλεύει πάνω σε αυτό. Θέλει δουλειά, δεν είναι κάτι που μπορεί απλώς να το αισθάνεσαι, δημιουργεί υποχρεώσεις.

Με τον Νίκο Γκάλη κρατάτε επαφή;

Μιλάμε κατά καιρούς, αλλά πλέον όχι τόσο συχνά. Η σκιά του είναι παντού στην ομάδα, η σάλα έχει το όνομά του. Θα λάτρευα να βρίσκεται στο γήπεδο, αν είναι δυνατόν σε καθημερινή βάση, στα παιχνίδια ή έστω σε μια-δυο εκδηλώσεις. Είναι ο χώρος του, εκεί όπου η προσφορά του είναι ανεκτίμητη. 

Πώς βλέπετε τη σημερινή κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα;

Είναι δύσκολη, έχει δημιουργηθεί ένα σοκ στους ανθρώπους. Χρειάζονται υπομονή και επιμονή, δύο αρετές που πολλές φορές θεωρούνται μειονεκτήματα, όμως κάνουν τη ζωή πιο συναρπαστική. Έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι είμαστε στο χείλος της καταστροφής, ο καθένας ατομικά και όλοι μαζί, αλλά νομίζω πως, όταν βγαίνει ο ήλιος το πρωί, έχουμε τη δύναμη να κινήσουμε γη και ουρανό. Θα ήθελα να παρακινήσω τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι οι μέρες είναι μοναδικές, τα προβλήματα που έχουμε είναι μόνο για να μας αναπτύσσουν τις δεξιότητες. Κι επίσης, πάντα η συλλογικότητα είναι πιο δυνατή από το άτομο. Ο καλύτερος παίκτης είναι αυτός που κάνει τους συμπαίκτες του καλύτερους.

Ποια είναι η ευθύνη των ανθρώπων του αθλητισμού στη σημερινή κρίση;

Στην καταξίωσή των αθλητών υπάρχει μια αντικειμενικότητα. Είσαι γυμνός μέσα στο γήπεδο, δεν παίζει ρόλο το όνομα ή η καταγωγή σου, το χρώμα ή η θρησκεία σου, μάχεσαι ώστε να γίνεις καλύτερος. Οι άνθρωποι που είναι απ’ έξω έχουν την ευθύνη να δημιουργήσουν ένα know how, το πώς γίνεται δηλαδή να βελτιωθεί κάποιος τεχνικά, αθλητικά, πνευματικά. Σήμερα ο αθλητισμός εξελίσσεται σε μια παροχή όχι αυτονόητη, όπως θα έπρεπε, αλλά σε δραστηριότητα που πρέπει να φέρνει χρήματα. Ο αθλητισμός, όμως, είναι ένα μεγάλο κομμάτι παιδείας που πρέπει να εκμεταλλευτούμε. Περνά μηνύματα συμπεριφοράς, αποτελεσματικότητας, συνεργασίας. Κι επίσης είναι το θέμα της υγείας, πώς τρως, αν ασχολείσαι με το σώμα σου.

Πώς σχολιάζετε το ότι το μπάσκετ είναι ο μοναδικός τομέας στην Ελλάδα που επί 30 χρόνια βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο;

Θα ήθελα να είμαστε σκληροί με τον εαυτό μας και να ξέρουμε ότι υπάρχει κάτι καλύτερο από αυτό που έχουμε πετύχει. Σίγουρα το μπάσκετ παρακινεί την κοινωνία, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που συνεργάζονται και δημιουργούν επιτυχίες, όπως η Εθνική μπάσκετ το 1987 και του ποδοσφαίρου το 2004, Ολυμπιονίκες όπως η Πατουλίδου και ο Πύρρος. Θα ήθελα, όμως, να έχουμε περισσότερους Έλληνες ως στελέχη του μπάσκετ σε όλο τον κόσμο. Παιδιά που να παίζουν στο εξωτερικό, προπονητές, στελέχη ομάδων, που θα φέρνουν χρήματα στη χώρα που αγαπούν και κατάγονται. Αυτό έχει βοηθήσει πολλές χώρες, όπως της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Είναι ωραίο και θα ήθελα να το δω σε μεγαλύτερο βαθμό.

Έχετε δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια.

Ναι, και έχω δύο εγγόνια, τον Φίλιππο και τη Δανάη, πέντε και δύο ετών. Ζουν στην Αθήνα, όμως μιλάμε καθημερινά στο τηλέφωνο. Ήρθαν και στο γήπεδο. 

Πού πηγαίνετε το πρωί μετά τον αγώνα για να αδειάσει το μυαλό σας;

Μου αρέσει να περπατάω και να παρατηρώ τη φύση, τον ήλιο, τη θάλασσα, το βουνό. Μου αρέσουν επίσης οι εναλλαγές του καιρού. 

Πώς ορίζετε την απόλυτη ευτυχία;

(Σκέφτεται). Παιδιά, πολλά παιδιά. Ευτυχία!

Ποιο είναι το πιο συγκινητικό πράγμα που σας έχει πει ένας απλός άνθρωπος στον δρόμο;

«Παναγιώτη, σ’ αγαπάω».

Αυτό είναι βάρος ή ενθάρρυνση; Ακούμε, για παράδειγμα, στο γήπεδο το σύνθημα «Κάνε την ομάδα πάλι πρώτη, Παναγιώτη».

Την ομάδα θα την κάνουν τα παιδιά πάλι πρώτη. Όσον αφορά το βάρος που ρωτήσατε, το να σε αγαπούν δεν είναι βάρος. Σου μεγαλώνει, όμως, το πάθος.

Το «Δράκος» πώς βγήκε;

Δεν με βλέπεις, δεν βγάζω φωτιές; (γελάει) Ο Σκουντής έμενε κοντά στο πατρικό μου και με παρακολουθούσε από τον Ιωνικό. Μου το κόλλησε από τον τρόπο που έπαιζα. Κυνηγούσα όλες τις φάσεις, οι συμπαίκτες μου μου έλεγαν «σταμάτα να κυνηγάς όλες τις μπάλες πάνω-κάτω» και επιθετικά έπαιζα χωρίς φόβο. 

Παίρνατε και πολλά τελευταία σουτ.

Δεν έχω πρόβλημα να χάσω, πρόβλημα είναι να μην ξέρω γιατί έχασα. Οι Αμερικανοί λένε για τις ήττες ότι είναι σαν την κοπριά: μυρίζει, αλλά βοηθάει το δέντρο να μεγαλώσει.

Έχετε κρατήσει κάτι από το ματς με τους Αμερικανούς στη Σαϊτάμα, το πινακάκι ή την μπάλα;

Εντάξει, αυτά είναι κρατημένα. Έχω κρατήσει, όμως, τη συγκέντρωση όλων των παικτών για τη νίκη. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Δεν θα ξεχάσω πόσο ανήμποροι ήταν οι Αμερικανοί. Έβλεπα στην έκφρασή τους ότι δεν πίστευαν αυτό που συνέβη. 

Ο προπονητής Σιζέφσκι είπε ότι άλλαξαν τη φιλοσοφία της ομάδας μετά από εκείνη την ήττα.

Φυσικό είναι. Είναι άνθρωποι που ασχολούνται με τη λεπτομέρεια. Όταν ήμουν προπονητής στον Ολυμπιακό και βρέθηκα στο Κλίβελαντ, ο Λεμπρόν Τζέιμς ήρθε και με χαιρέτησε προσωπικά.

Έχετε κερδίσει τα πάντα στο γήπεδο. Χαίρετε σεβασμού και αγάπης από όλους. Ποιο είναι το κίνητρο για να ξυπνάτε το πρωί;

Η σκέψη ότι η ζωή είναι πολύ ωραία! Κι επίσης είναι ωραίο να βλέπεις παιδιά με τη δίψα να εξελιχθούν. Όπως ωραίο είναι να προσπαθείς για το μπάσκετ, που αγαπάς και στο οποίο εργάζεσαι καθημερινά, να εξελίσσεται και να γίνεται καλύτερο. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ