ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Ο τσουλούφης

Ανδρέας Ράπτης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Κήπος. Εκεί ζούσε μια σινγκλ μάδερ πάπια, που είχε φτιάξει μια μικρή φωλιά και κλωσούσε τα τρία αυγά της. Μια Κυριακή –καλή ώρα– τα δύο αυγά άρχισαν να ραγίζουν κι από μέσα τσιτσίρισαν δύο όμορφα παπάκια. Η πάπια καμάρωνε τα κλωσοπουλάκια της, αλλά κοιτούσε με έκδηλη αγωνία το τρίτο αυγό που καθυστερούσε. Όταν τελικά έσπασε, από μέσα βγήκε ένα πτηνό με παρδαλό χνούδι και ένα τσουλούφι αλάνικο. 

«Φακ», ψέλλισε η πάπια και το μυαλό της άρχισε να ανατρέχει σε σιξ πακ ερωτύλους τσαλαπετεινούς. Αφού πέρασαν λίγες μέρες, η πάπια πήγε τα κλωσόπουλα να βουτήξουν στη λιμνούλα με τα σμαραγδένια στάσιμα νερά και την ηλιόφωτη γλίτσα. Η νέα μητέρα είδε με κρυφή ικανοποίηση τον τσουλούφη να μπαίνει άνετα στο νερό και έτσι πείστηκε ότι είχε πάρει τα γονίδια της μαμάς του. 

Ο καιρός κυλούσε αρμονικά στον Κήπο, τα τρία αδερφάκια γίνονταν όλο και πιο όμορφα, όμως ο τσουλούφης φαινόταν όλο και πιο αλλόκοτος δίπλα τους. Τα υπόλοιπα ζώα –κάτι ταλαίπωρα κατσίκια, κάτι εξασθενημένοι πίθηκοι και δύο ανορεξικά παγόνια– όταν δεν κοκορεύονταν για την αδιαμφισβήτητη-σε-όλη-την-πλάση ανωτερότητα των ζώων του Κήπου, κορόιδευαν τον τσουλούφη και αποστρέφονταν την ανεύθυνη μάνα.

Ο μικρός, σέρνοντας ένα τεράστιο WTF συννεφάκι πάνω από το κεφάλι του, γύρναγε προς τη μητέρα πάπια, η οποία του έγνεφε καθησυχαστικά «μη-δίνεις-σημασία-στους-μπαγλαμάδες».  

Μια Κυριακή –καλή ώρα– ένα παγόνι που είχε ξυπνήσει στραβά πήρε στο κυνήγι με άγριες τσιμπιές τον τσουλούφη, ενώ τα άλλα ζώα έκαναν αβαβά το πογκρομικό ξεπουπούλιασμα.

Το παρδαλό παπάκι βάρεσε μπιέλα, πήδησε τον φράχτη του Κήπου και άρχισε να αλωνίζει την άγνωστη χώρα με τα ψηλολέλεκα κτίρια. Γύριζε και γύριζε, και τελικά πήρε την απόφαση πως δεν θα επέστρεφε στον Κήπο. Βρήκε μια απομονωμένη γωνίτσα κι εκεί έστησε τσαρδί. 

Μια Κυριακή –καλή ώρα– βγήκε σε αναζήτηση σκωληκοτροφής και είδε στον ουρανό κάτι πλουμιστά πουλιά. Ήταν χήνες με τιρκουάζ ράμφος, ήταν περιστέρια με ροζ φτερά, ήταν γεράκια με σομόν νύχια. Προσγειώθηκαν δίπλα του. Μια θρασύτατη χήνα πλησίασε τον τσουλούφη και κόλλησε το τιρκουάζ ράμφος της στο δικό του. 

«Μωρέ, τι είσαι συ, Πεκίνου, Ρουέν ή Ινδικός Δρομέας;» ρώτησε η χήνα με κραυγαλέο σαρκασμό. 

«Της μάνας μου είμαι», ρέσταρε ο τσουλούφης και ράμφισε τον αέρα. 

«Καλώς», μειδίασε η χήνα. «Αμόλα πίσω στην ουρά και τιγκανάουα».

Το μουλτικούλτι σμήνος απογειώθηκε και στη γαλαρία ένα τσουλουφάτο παπί με παρδαλά χρώματα δεν μπορούσε να κρύψει το ραμφοχαμόγελό του. 

Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, φορές και φορές. Οι εξοχές του κόσμου έγιναν εμπειρίες και ιστορίες που τάγκαραν στην καρδιά του τσουλούφη. Και μια μέρα, σαν έτοιμος από καιρό, ο παρδαλός παπιός αποχαιρέτησε την πλουμιστή παρέα με την κρυπτική φράση «αλσίγιου γουέν ασίγιου» και έκανε κάθετη εφόρμηση.  

Έφτασε στην είσοδο του Κήπου. Στο βάθος του, δίπλα στη λιμνούλα με τα στάσιμα νερά, η μητέρα πάπια υποδέχτηκε τον γιόκα με ένα εύγλωττο χαμόγελο για την αναμενόμενη επίσκεψη. Ήταν καιρός. 

«Άργησες». 

«Είχε κίνηση στους αιθέρες».

«Πεινάς;»

«Έχω ραμφίσει κάτι. Τι λέει εδώ;»

«Όπως τα ξέρεις. Αδυνάτισες;» 

«Τσου».

Μπέρδεψαν τις φτερούγες τους και έσταξαν παπιοδάκρυα χαράς. Απέναντι, ένα παγόνι, μονάχο, έβγαζε άψυχες στριγκιές αποδοκιμασίας. 

Ήταν Κυριακή –καλή ώρα– και το φθινοπωρινό φως έσβηνε γλυκά στον ορίζοντα του Κήπου. ■

 

* Ο Ανδρέας Ράπτης είναι σύμβουλος επικοινωνίας και στρατηγικής.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ