Η μητέρα της στο πλακιώτικο σπίτι τους. «Κάθε απόγευμα καθόμασταν στην αυλή, κάτω από την κληματαριά. Εκείνη έπλεκε ή κεντούσε, πίνοντας τον καφέ της, κι εγώ σ’ ένα σκαμνάκι δίπλα της την παρακολουθούσα». Οι άντρες της ζωής της: ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος και ο Ελληνοαμερικανός εφοπλιστής Τζον Αυγερινός, τα δύο στεφάνια κι ένας μυστηριώδης Αμερικανός, ο μεγάλος της έρωτας. 

Ο βασιλιάς Παύλος. «Ποτέ δεν συναντηθήκαμε, παρά τις φήμες που μας ήθελαν ζευγάρι. Μόνο έστειλε τον υπουργό Τουρισμού και Ραδιοφωνίας, Νικόλαο Μπαλτατζή-Μαυροκορδάτο, για να μου μεταφέρει τον θαυμασμό του. Εκείνος με πήγε στον φωτογράφο των ανακτόρων για την πρώτη μου επαγγελματική φωτογράφιση». Ο Φιλοποίμην Φίνος, ο κουμπάρος της, που την έχρισε όχι μόνο πρωταγωνίστρια, αλλά και τραγουδίστρια. Οι μεγάλες της επιτυχίες: «Το τραγούδι της Μαρίνας», «Χθες το βράδυ», «Γύρισε, σε περιμένω, γύρισε», «Πάμε στο άγνωστο». Όλοι και όλα χώρεσαν στην αφήγησή της εκείνο το πρωί, στο όμορφο διαμέρισμά της στη Δροσιά.

Στέλλα Λαγκαδά. Γκρέκα, όπως τη βάφτισε ο Λάσκος. Αυγερινού, όπως γράφει σήμερα το κουδούνι της. Μεσουράνησε στην ελληνική δισκογραφία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά εγκατέλειψε νωρίς την καριέρα της για να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Ο μύθος της όμως δεν λέει να ξεθωριάσει. Και την Κυριακή 19 Νοεμβρίου θα ανεβεί στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, μαζί με τη Χρυσούλα Στεφανάκη, για να συμμετάσχει στη μουσική παράσταση «Για μια γυναίκα – Τραγούδια του Μεσοπολέμου», σε επιμέλεια του Δαυίδ Ναχμία. Ετών 95. «Ενενήντα πέντε και μισό», όπως λέει η ίδια. «Να έρθετε όποια μέρα θέλετε, εκτός από την Τετάρτη που συναντώ τις φίλες μου», μου είχε πει. «Στη ζωή μου αξιώθηκα πολλές και καλές φίλες. Καλλιεργημένες, φιλοσοφημένες, ισορροπημένες. Αλλά, δυστυχώς, λόγω ηλικίας τις περισσότερες τις έχω πια χάσει...»

 

Μπορεί μια όμορφη και επιτυχημένη γυναίκα να έχει πραγματικές φίλες;

Σ’ εμένα συνέβη. Ίσως γιατί δεν ήμουν καθόλου ανταγωνιστική. Ποτέ δεν το έπαιξα όμορφη. Η μητέρα μου από παιδί, όποτε με έβλεπε να κοιτάζομαι στον καθρέφτη, μου έλεγε: «Τι κοιτάζεσαι; Μπας και νομίζεις πως είσαι ωραία;». Έτσι με μεγάλωσε, για να μην πάρουν τα μυαλά μου αέρα. 

Πού μεγαλώσατε;

Στην Πλάκα, στην οδό Χίου. Ο πατέρας μου ήταν σκηνογράφος και πάλευε να μας ζήσει. Ήμασταν εννιά αδέλφια. Το μεγαλύτερο είχε γεννηθεί το 1899 κι εγώ, το στερνοπούλι, το 1922. Δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά ποτέ δεν νιώσαμε φτωχοί. Είχαμε εύπορους συγγενείς που μας αγαπούσαν πολύ και ζούσαμε μια kind of... μπασταρδεμένη ζωή. («Μου επιτρέπεις να χρησιμοποιώ μερικές αγγλικές λέξεις;» με είχε ρωτήσει νωρίτερα.) Τις Κυριακές τρώγαμε κρέας στον φούρνο, το τραπεζομάντιλό μας ήταν πάντα καθαρό, τα σεντόνια μας μύριζαν γαζία. Μαζεύαμε άνθη γαζίας και η μαμά μου τα έβαζε στις ντουλάπες και στα συρτάρια. 

Το τραγούδι πώς προέκυψε;

Από πιτσιρίκα ήμουν γαλιάντρα και μου άρεσε να τραγουδώ παντού: στο σχολείο, στο σπίτι, στις συντροφιές. Αλλά τραγουδίστρια έγινα χωρίς καλά καλά να το καταλάβω –σαν τον νεοσσό που βγήκε από το αυγό–, λίγο μετά τον γάμο μου με τον Λάσκο. Είχαμε παντρευτεί το 1942. Είχα δει τον γάμο ως τρόπο διαφυγής.

Διαφυγής από τι;

Από την τυραννία των αδελφών μου! Είχα πέντε αυστηρούς αδελφούς που ήλεγχαν κάθε μου κίνηση. Είπα «αμάν» να φύγω. Γνώρισα τον Λάσκο στα 19 μου, παντρευτήκαμε, αλλά πριν γιορτάσουμε την πρώτη επέτειό μας, ζήτησα διαζύγιο. 

Γιατί τόσο νωρίς;

Γιατί συνειδητοποίησα ότι είχα βρεθεί από τον Άννα στον Καϊάφα. Ήταν καλός άνθρωπος, αλλά δεν ήταν φτιαγμένος για γάμο, αφού συνέχιζε να κάνει τη ζωή που έκανε πριν. Το 1943 έπαιξα σε μια ταινία του, τις «Ραγισμένες καρδιές», ένα μελό. Η ηρωίδα έπρεπε να τραγουδήσει δυο κομμάτια κι εκείνος έψαχνε κάποια να με ντουμπλάρει. Όμως ο Φίνος, που ήταν παραγωγός και μας είχε παντρέψει, μου είπε: «Βρε κουμπάρα, δεν δοκιμάζεις να τα πεις εσύ, ν’ ακούσουμε τη φωνή σου;». Έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου. Μετά ο Φίνος γύρισε τη «Μαρίνα», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, και ήμουν η πρωταγωνίστρια. Ακολούθησαν οι πρώτοι μου δίσκοι 78 στροφών. Αλλά το 1947 τα άφησα όλα πίσω και έφυγα για την Αμερική.

Πώς κρίνετε σήμερα τις επιλογές σας;

Είμαι περήφανη που ξεκίνησα όπως ήθελα, μόνο με δισκογραφία, χωρίς να εμφανιστώ ποτέ στο θέατρο ή σε νυχτερινό κέντρο. Δεν ήθελα να λένε για μένα «βγήκε στο παλκοσένικο» ή «είναι θεατρίνα». Αλλά μετάνιωσα κυρίως για το ότι δεν έπαιξα στα «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα, που ήταν εξαιρετικός σκηνοθέτης και ψυχούλα. Αν δεν είχα ακούσει τότε τον Λάσκο, που με απέτρεψε, θα είχα πρωταγωνιστήσει δίπλα στον Χορν και θα είχα ερμηνεύσει ένα υπέροχο τραγούδι του Αττίκ. (Αρχίζει να τραγουδά) «Χωρίς εσένα το μυαλό μου αργεί, άλλους τόπους η ψυχή μου τραγικά νοσταλγεί». Το είχε γράψει για τη μητέρα του. Συγχωρέστε με, συγκινήθηκα. (Σκουπίζει τα μάτια της.)  

Μετά τον Λάσκο ερωτευτήκατε ξανά;

Με τον Λάσκο νόμιζα πως ήμουν ερωτευμένη. Ήμουν άπειρη, ρομαντική και χαζή! Η μόνη φορά που ερωτεύτηκα πραγματικά ήταν μεταξύ των γάμων μου. Ήταν ψυχίατρος, τον γνώρισα στη Νέα Υόρκη, όταν ζούσα εκεί με τον αδελφό μου. Δεν ήταν εύκολη κατάσταση, γιατί ήταν παντρεμένος. Ποτέ δεν του ζήτησα να χωρίσει, δεν βλεπόμασταν πολύ, αλλά και το ελάχιστο μου αρκούσε, γιατί ήμουν σίγουρη γι’ αυτό που αισθανόμασταν, όπως άλλωστε κι εκείνος. Τον εμπιστεύτηκα. Δεν το μετάνιωσα. Με αυτόν τον άνθρωπο ένιωσα κάτι που δεν πίστευα ότι υπήρχε. Το ξέρεις όταν συμβαίνει αυτό το μαγικό πράγμα. Κι όταν κάτι λείπει, πάλι δεν το νιώθεις; Από εκείνη τη σχέση, κορίτσι μου, δεν έλειπε τίποτα. Ήταν μια ολοκληρωμένη αγάπη. Τρία χρόνια διήρκεσε. Και μέχρι σήμερα ως γυναίκα αισθάνομαι fulfilled. Μολονότι δεν αγάπησα ποτέ ξανά. 

Τον δεύτερο άντρα σας δεν τον αγαπήσατε;

Τον εκτίμησα. Ήταν καλός άνθρωπος, στέλεχος στην εταιρεία του Νιάρχου και σπιτονοικοκύρης του αδελφού μου του Άγγελου. Με πολιορκούσε για χρόνια. Δέχτηκα να τον παντρευτώ όταν ο ψυχίατρος αναγκάστηκε για οικογενειακούς λόγους να εγκατασταθεί στη Βοστώνη. Δεν γινόταν να ζω με το όνειρο, έπρεπε να προχωρήσω. Ο Αυγερινός με αγαπούσε πολύ κι εγώ ήθελα να κάνω οικογένεια. Πέρασα καλά μαζί του – με τα σπίτια μου, με τα κότερά μου, με τα λούσα μου. Με όλα όσα δεν είχα καν ονειρευτεί ως πιτσιρίκα.

Σας γέμιζε αυτή η ζωή;

Έπεσα με τα μούτρα στην οικογένεια, στους δύο γιους μου. Τρία παιδιά έκανα, αλλά το ένα πέθανε μικρό. Για είκοσι χρόνια δεν σκέφτηκα στιγμή το τραγούδι. Πέρασαν πολλά λεφτά από τα χέρια του Αυγερινού. Κάποια στιγμή έφυγε από την εταιρεία του Νιάρχου και άρχισε να αγοράζει τα δικά του καράβια. Έφτασε να έχει δεκαπέντε. Κι εγώ, η Σταχτοπούτα, μπήκα σε έναν άλλο κόσμο. Ζούσα σε ένα σπίτι με σοφέρ, υπηρέτριες, κηπουρό. Αλλά δεν ξυπάστηκα. 

Πώς χάθηκε αυτός ο κόσμος;

Εξαιτίας της απληστίας. Ο άντρας μου δεν ήταν ικανοποιημένος με όσα είχε. Και τα έχασε όλα. Πέθανε από τον καημό του. 

Στην πρώτη της επαγγελματική φωτογράφιση – δώρο από τον βασιλιά Παύλο, που ήταν θαυμαστής της.

 

Και ξαναγίνατε Σταχτοπούτα;

Όχι, ευτυχώς, γιατί είχα μια «μαγιά». Πριν έρθω στην Ελλάδα, πούλησα το σπίτι, το σκάφος των 30 μέτρων, τις γούνες, τα κοσμήματά μου. Ακόμα και το δαχτυλίδι με το διαμάντι των δεκαέξι καρατίων, που μου είχε κάνει δώρο ο άντρας μου, «μπιτ παρά» το έδωσα. Αλλά σου το ορκίζομαι, δεν μου έλειψαν καθόλου όλα αυτά. Γιατί τα είχα αποκτήσει χωρίς να τα επιθυμήσω. Δεν τα είχα εκτιμήσει, έτσι κι αλλιώς. Θα με νομίζεις τρελή... Κι ούτε τα νοσταλγώ ποτέ. Δεν ζω με το παρελθόν. Γράφτηκε η ιστορία, έκλεισαν κάποια κεφάλαια, αυτό ήταν. Ό,τι ορίζει η μοίρα μας.

Πιστεύετε στη μοίρα ή στον Θεό;

Η μητέρα μου ήταν πολύ θρήσκα. Όταν ήμουν μικρή, με έπαιρνε μαζί της στην εκκλησία και μου έδειχνε τις εικόνες. «Βλέπεις τον Χριστό που σε κοιτάει; Να είσαι καλό παιδί, γιατί σε παρακολουθεί πάντα και θα σε τιμωρήσει αν δεν κάνεις αυτά που πρέπει», μου έλεγε κι εγώ έτρεμα. Μέχρι που στην εφηβεία έκανα την επανάστασή μου. «Μαμά, δεν θέλω να φοβάμαι τον Χριστό», της είπα. «Θέλω να τον αγαπώ και να μ’ αγαπά κι εκείνος». Από τότε απαλλάχτηκα από τη θρησκοληψία. 

Έχετε δύο εγγονές. Είστε παραδοσιακή γιαγιά;

Δεν θα το έλεγα. Η μία, η Στέλλα, είναι εγκατεστημένη στο Λονδίνο και μου έχει χαρίσει κι ένα δισέγγονο. Η άλλη, η Αγγελική, είναι δεκαέξι ετών και ζει στην Αμερική. Τις αγαπώ πολύ. Κι εκείνες μ’ αγαπούν, το ξέρω, κι ας μη μιλάμε συχνά. Δεν τους δίνω πολλές συμβουλές. Έτσι κι αλλιώς, τα παιδιά δεν τις ακούν. 

Σας αγχώνει ο χρόνος που περνά;

Δεν φοβάμαι τον θάνατο, αν αυτό με ρωτάς. Ευτυχώς, το μυαλό μου δουλεύει ακόμα, ίσως γιατί διαβάζω πολύ. Το ότι έχω γεράσει δεν με απασχολεί. Ούτε ακριβές κρέμες έβαλα ποτέ ούτε αισθητικές επεμβάσεις έχω κάνει. Βλέπεις το προγούλι μου πώς κρέμεται; Δεν γίνεται να πολεμήσεις με τον χρόνο. Αν προσπαθήσεις να το κάνεις, κινδυνεύεις να γελοιοποιηθείς.

Αν η ζωή σας ήταν τραγούδι, κυρία Γκρέκα, ποιο θα ήταν;

«Είν’ η αγάπη χίμαιρα που κυβερνά τα νιάτα, με όνειρα εφήμερα, χρυσούς καπνούς γεμάτα». Του Αττίκ.    ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ