Υπήρξαν μήνες το 2015 που η Λέσβος δεχόταν έως και 6.000 πρόσφυγες την ημέρα. Τότε ήταν πρώτη είδηση καθημερινά στα κανάλια και οι συγκλονιστικές εικόνες έκαναν τον γύρο του κόσμου. Σήμερα οι ροές έχουν μειωθεί -αν και αυξημένες εσχάτως-, οι βάρκες δεν ξεβράζονται στις ακτές, αλλά περισυλλέγονται από τη Frontex στα ανοιχτά, με τους ανθρώπους να στέλνονται απευθείας στη Μόρια, ένα καζάνι που βράζει από τον υπερπληθυσμό και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. 

«Και σήμερα να ξαναέβγαιναν βάρκες, πάλι θα πέφταμε στη θάλασσα να βοηθήσουμε. Δεν ξέρετε τι σημαίνει αυτό που ζήσαμε, τι εικόνες είδαμε. Όμως, είμαστε και αγανακτισμένοι. Όχι με τους πρόσφυγες, αλλά με τον τρόπο διαχείρισης του προσφυγικού από την πολιτεία και την Ευρώπη. Μας άφησαν μόνους, δεν μας βοήθησε κανείς όταν ο τουρισμός και οι δουλειές μας κατέρρευσαν και τελικά έκαναν τα νησιά μας φυλακές, τόπους απομόνωσης με κατασκηνώσεις όπου στριμώχνονται χιλιάδες άνθρωποι, περισσότεροι από όσους πραγματικά χωράνε, ζώντας σε άθλιες συνθήκες και δημιουργώντας μια ωρολογιακή βόμβα που ανά πάσα στιγμή θα εκραγεί». Ο Δημήτρης Βατής είναι ξενοδόχος στον Μόλυβο, το τουριστικό χωριό των 1.500 κατοίκων στα βορειοδυτικά του νησιού, οι παραλίες του οποίου έγιναν η πύλη υποδοχής της προσφυγικής λαίλαπας. 

«Αυτή η εμπειρία μάς χάραξε τη ζωή», λέει η κ. Ραλλού Κράλλη, μέλος του συντονιστικού Μολύβου-Πέτρας για τη διαχείριση του μεταναστευτικού. «Είμαστε απόγονοι προσφύγων, ξέρουμε τι σημαίνει. Όμως, η ανοργανωσιά, η διάλυση και η εγκατάλειψη της πολιτείας δημιούργησαν εύφορο έδαφος για κάθε βλάκα και φοβικό. Παλιά καμάρωνα που είχαμε το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα, 0,9%. Το 2015 έφτασε το 6%. Ελλείψει κράτους, ξέρετε πόσες ΜΚΟ είχαμε στην ακτογραμμή του Μολύβου το 2015; 101, μια ιδιότυπη αποικιοκρατική κατάληψη. Διαγκωνίζονταν στις βάρκες για να βγάλουν την καλύτερη φωτογραφία, να την ανεβάσουν στο Facebook και να έρθουν οι οικονομικές συνδρομές. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι ότι σύντομα υποψιαστήκαμε πως κάποιες είχαν συνεργασία με τους Τούρκους διακινητές. Δεν ακολουθούσαν οι οργανώσεις τις ροές, αλλά οι ροές τις οργανώσεις. Όταν μετακινήθηκαν από τον Μόλυβο προς το αεροδρόμιο, έπαψαν να βγαίνουν βάρκες εδώ, έβγαιναν εκεί». 

Ο Στρατής Καμπανάς είχε μια τουριστική βάρκα στον Κάμπο του Μολύβου, αλλά το 2015 τη χρησιμοποίησε μόνο για να βγάζει «κοσμάκη από τη θάλασσα». «Αυτό επέλεξα να κάνω, μόνος μου, δεν ήθελα να πληρώνομαι από καμία ΜΚΟ. Κάποιοι έπαιξαν πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, βολεύτηκαν σε γραφεία και οργανώσεις όπου έρχονταν τα λεφτά με το τσουβάλι. Μόνο που ο πολιτισμένος κόσμος ξέχασε ότι κι εμείς χρειαζόμαστε ψυχολογική υποστήριξη. Τώρα που μιλάμε, ξαναζώ το 2015. Βλέπω τα πρόσωπα, νιώθω θυμό, απογοήτευση, το κουβαλάω. Αλλά και να ξαναγίνει, το ίδιο πράγμα θα κάνω».

«Φαντάζομαι ότι οι ΜΚΟ δεν είναι όλες αγγελικά πλασμένες, όμως έκαναν περισσότερα από τον δήμο ή τις περιφέρειες», λέει ο κ. Κωνσταντίνος Μανιατόπουλος, διευθυντής του Μουσείου Teriade στη Βαρειά. «Κι αυτά που λένε ότι το νησί επωφελήθηκε δεν ισχύει. Κάποιοι βρήκαν δουλειές, τα νοίκια εκτινάχθηκαν και γέμισαν κάποιες καφετέριες, αυτό όμως δεν είναι ανάπτυξη. Η γη δεν ακριβαίνει, ο τουρισμός υποφέρει». 

Ραλλού Κράλλη: «Η Ευρώπη αδιαφορεί, η πολιτεία ολιγωρεί και η πικρή αλήθεια είναι πως στο τέλος της ημέρας κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτούς τους ανθρώπους». 

Το φιάσκο του 2016

Την άνοιξη του 2016 η συμφωνία της Ε.Ε. με την Τουρκία για αυστηρό έλεγχο μείωσε τις ροές. Όμως, το καλοκαίρι εκείνο ήταν οικονομικά πιο καταστροφικό για τους κατοίκους του νησιού. Τουλάχιστον εκείνους που δεν αισχροκέρδησαν εις βάρος των προσφύγων. «Υπήρξαν περιπτώσεις κερδοσκοπίας, αλλά δεν ήταν ο κανόνας», λέει η Άννα Ταξείδη, ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου στην προκυμαία της Μυτιλήνης, από αυτά που δέχονταν πρόσφυγες, όταν κάποιοι άλλοι τους έδιωχναν παρότι θα πλήρωναν για τη διαμονή τους. «Το 2015 τη μεγαλύτερη ζημιά μάς την έκαναν τα capital controls, όχι οι πρόσφυγες».

Το 2016 όμως υπήρξε μια πτώση 70% στα τσάρτερ, με ανάλογη πτώση και στις κρατήσεις των ξενοδοχείων. «Τα πρακτορεία μάς κατέστρεψαν, που έκοψαν τις πτήσεις», λέει ο κ. Βατής. «Μειώθηκε η ζήτηση, αλλά όχι τόσο ώστε να κόψουν εντελώς κάποιες συνδέσεις. Και να ήθελαν να έρθουν, πλέον δεν μπορούσαν. Αναγκάστηκα να μην προσλάβω το μισό προσωπικό μου το 2016. Η πολιτεία δεν μας προστάτεψε, οι επιχειρήσεις μπήκαν μέσα, οι μισές δεν άνοιξαν. Έμειναν κάποιοι άνεργοι και άρχισαν να μιλούν εναντίον των προσφύγων, ενώ δεν φταίνε. Αλλ,ά για να μπορέσεις να βοηθήσεις τους πρόσφυγες, πρέπει να στηρίξεις και την τοπική κοινωνία, όπως στο αεροπλάνο πρέπει να βάλεις τη μάσκα στον εαυτό σου και μετά στο παιδί σου». 

Δημήτρης Βατής: «Είμαστε αγανακτισμένοι, όχι με τους πρόσφυγες, αλλά με τον τρόπο διαχείρισης του προσφυγικού».

 

Και τώρα, τι; 

Το καλοκαίρι του 2017 πήγε κάπως καλύτερα, ομολογούν όλοι, η καθημερινότητα επέστρεψε σε μια κανονικότητα, όμως ακόμη υφίστανται τις συνέπειες. «Ελπίζουμε σε ένα καλύτερο αύριο, αλλά είμαστε πολύ σκεπτικοί και φοβισμένοι», λέει ο κ. Βατής. Ταυτόχρονα στη Μόρια συνωστίζονται έως και 6.000, ίσως και 7.000 άτομα, ενώ η χωρητικότητά της μετά βίας αγγίζει τις 2.000. «Οι άνθρωποι παστώνονται, μαφίες συγκρούονται μεταξύ τους, οι γυναίκες κοιμούνται με πάνες νυκτός ώστε να μη χρειαστεί να πάνε τουαλέτα μόνες το βράδυ, ενώ τώρα που χειμωνιάζει οι συνθήκες επιδεινώνονται», λέει η κ. Κράλλη. «Δεν θέλω να σκέφτομαι πώς είναι να είσαι έφηβος, κορίτσι, εγκυμονούσα μέσα στη Μόρια. Εμείς περιθάλπαμε πρόσφυγες 12-14 χρόνια από το υστέρημά μας πριν από όλα αυτά, κι αυτοί, με τόσα χρήματα που έρχονται από την Ευρώπη, δεν μπορούν να κάνουν 10 κατασκηνώσεις να ζήσει αξιοπρεπώς αυτός ο κόσμος;»  

Την ίδια ώρα, η οικονομία στην πόλη της Μυτιλήνης κινείται ακόμη από τους πρόσφυγες. Στα τέλη κάθε μήνα γεμίζουν τις τράπεζες για να παραλάβουν το επίδομα από την Ευρώπη, και με αυτό κυκλοφορούν, αναζητούν καταλύματα εκτός Μόριας, δουλειές. Παράλληλα όμως τίθεται ένα νέο ζήτημα. Οι βάρκες πλέον δεν φέρνουν μόνο πρόσφυγες, αλλά σε μεγάλο ποσοστό και οικονομικούς μετανάστες από την Αφρική, τη Μέση Ανατολή, ακόμα και την Κούβα. «Τα κυκλώματα είναι πανίσχυρα, οι διακινητές κάνουν χρυσές δουλειές, πρόκειται για το δουλεμπόριο της σύγχρονης εποχής», λέει η κ. Κράλλη. «Αυτό που φοβόμαστε είναι πως όσο παραμένει αδιευκρίνιστο το τοπίο στις ΜΚΟ και οι αιτήσεις ασύλου προχωράνε με τέτοιους εφιαλτικά αργούς ρυθμούς, δεν θα λύνεται το θέμα. Η Ευρώπη αδιαφορεί, η κυβέρνηση ολιγωρεί, οι ΜΚΟ προσπαθούν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν τα έσοδά τους. Ξέρετε ποια είναι η πικρή αλήθεια; Πως στο τέλος της μέρας κανείς δεν νοιάζεται γι’ αυτούς τους ανθρώπους...»  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ