ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Κανόνες φιλοξενίας για τα ελληνοτουρκικά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ​​ατά την πρώτη εξαετία του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία (1981-86), ο διάλογος με την Τουρκία ήταν περίπου εξοβελιστέος. Αρχικώς, τονιζόταν ότι δεν υπήρχε αντικείμενο, διότι η Ελλάδα δεν είχε τίποτα να διαπραγματευθεί με τους Τούρκους. Μετά την ανακήρυξη του ψευδοκράτους του Ντενκτάς το 1983, οι σωρευτικές προϋποθέσεις για διάλογο που ετέθησαν ήσαν η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, η αποκήρυξη του ψευδοκράτους και η αποφυγή τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο. Το 1985 η ελληνική κυβέρνηση επανατοποθετήθηκε, θέτοντας ως προϋπόθεση την αναγνώριση του status quo όλου του Αιγαίου. Η στάση κατά του διαλόγου ξεπεράσθηκε κατά την ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου του 1987. Στην κρίση οδηγηθήκαμε από αμοιβαίες παρανοήσεις που οφείλονταν στην έλλειψη διαύλων επικοινωνίας, την οποία εκμεταλλεύθηκαν ακραίοι κύκλοι.

Εκτοτε, ένα από τα μαθήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι ότι με την άλλη πλευρά συζητάμε. Λόγω του μεγέθους της χώρας και των επιδιώξεων του ηγετικού της κατεστημένου, δεν έχουμε το περιθώριο να την αγνοούμε. Η Τουρκία αποτελεί στρατηγικό κίνδυνο για την Ελλάδα. Πρέπει ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουμε πώς σκέπτεται η Αγκυρα όχι για να προσαρμοσθούμε στις απαιτήσεις της, αλλά για να ξέρουμε πώς θα χειρισθούμε τα προβλήματα που δημιουργεί. Ο διάλογος πρέπει να γίνεται ασχέτως του εάν το απέναντι καθεστώς είναι δημοκρατικό, δικτατορικό, κεμαλικό ή ισλαμικό. Επιπλέον, επιβάλλεται να διατηρούμε ανοικτούς πολλούς διαύλους επικοινωνίας, ακόμη και εάν οι σύμμαχοί μας στη Δύση επιλέγουν να «παγώσουν» τις σχέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο κινούμενη, η κυβέρνηση Καραμανλή προσκάλεσε τον Ερντογάν στην Αθήνα τον Μάιο του 2004. Το μείζον –η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. χωρίς τη στραγγάλη του σχεδίου Ανάν– είχε επιτευχθεί. Ηταν επιβεβλημένη η αποκατάσταση των σχέσεων Αθήνας - Αγκυρας. Κατ’ αντιστοιχίαν, είναι σωστή κίνηση η πρόσκληση Ερντογάν για επίσκεψη στην Αθήνα. Προφανώς ο Τούρκος πρόεδρος την επιδιώκει για να δείξει ότι δεν είναι αποσυνάγωγος της διεθνούς κοινωνίας. Κι εμείς, όμως, έχουμε να κερδίσουμε από την επίσκεψη. Με επικρεμάμενη τη δαμόκλειο σπάθη μεγάλων μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων, δεν μπορούμε να αφήσουμε το θέμα στη Μέρκελ και στον Ερντογάν. Χωρίς να μπορούμε να επηρεάσουμε τα πράγματα στο μείζον τουρκοευρωπαϊκό θέμα, πρέπει τουλάχιστον να το παρακολουθούμε. Παράλληλα, υπάρχει όξυνση της τουρκικής παρεμβατικότητας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, που καλό είναι να συζητηθεί.

Η ανάγκη για διάλογο με την Τουρκία, όμως, πρέπει να υπόκειται σε κανόνες. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι δεν μπορούν να αμφισβητούν την εσωτερική ελληνική έννομη τάξη. Δεν επιτρέπεται να εκφωνούν λόγους σε συλλόγους που κατά το ελληνικό δίκαιο –καλώς ή κακώς, αδιάφορο– δεν υφίστανται νομικά με το συγκεκριμένο όνομα. Δεν επιτρέπεται να επικρίνουν σε ανοικτές δημόσιες συναθροίσεις την ελληνική πολιτική ενώπιον Ελλήνων πολιτών. Πρωτίστως, δεν καλλιεργούν και δεν ενθαρρύνουν τον αλυτρωτισμό μειονοτήτων.

Ολα αυτά παραβιάσθηκαν κατά την επίσκεψη του Τούρκου αντιπροέδρου Χακάν Τσαβούσογλου στη Θράκη. Ενας ακραίος εθνικιστής επισκέφθηκε την περιοχή συνοδευόμενος σχεδόν παντού από τους δήθεν «εκλεγμένους μουφτήδες» που έχουν διορισθεί από το τουρκικό προξενείο Κομοτηνής, σε μια περιοδεία που έμοιαζε με προεκλογική φιέστα του κυβερνώντος κόμματος στην Τουρκία. Αυτονόητο ότι μετά τα όσα έγιναν με το ταξίδι Τσαβούσογλου στη Θράκη, καλό είναι να αποτραπεί επίσκεψη του Ερντογάν στην ίδια περιοχή.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ