Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Μαρέβα Γκραμπόφσκι
Η «τέχνη» της επανάληψης

Μ​​ία φορά δεν είναι αρκετή. Στην εποχή της διάχυτης πληροφορίας, κανένα μήνυμα δεν είναι τόσο ισχυρό, ώστε να μη χρειάζεται να το επαναλάβεις. Αν κάτι ξέρει καλά ο Τσίπρας είναι αυτό: Να επιμένει στο μήνυμα που «πουλάει». Λίστες. Λίστες. Λίστες. Siemens. Siemens. Siemens. Και τώρα, Μαρέβα. Μαρέβα. Μαρέβα. Ο Τσίπρας δεν μπορεί παρά να βλέπει ότι είναι μάλλον ανέφικτο να πείσει για τα «επιτεύγματά» του στην οικονομία. Είναι σίγουρα πιο αποτελεσματικό να μωλωπίσει τον αντίπαλο, υποδυόμενος τη σκανδαλοθηρική αντιπολίτευση. Το ότι στην περίπτωση της Γκραμπόφσκι το «σκάνδαλο» είναι περυσινό και έχει ήδη κριθεί δικαστικά ακόμη και για το «πόθεν έσχες», δεν επηρεάζει τη συμβολική του δύναμη. Αντιθέτως. Ενταγμένο σε ένα διεθνές σκηνικό, φορτίζεται με εκείνους τους συμβολισμούς που αποτελούσαν πάντα τη γόμωση της αντισυστημικής ρητορικής του ΣΥΡΙΖΑ: Αρχηγός συστημικού κόμματος με συστημικό επώνυμο, ο Μητσοτάκης τοποθετείται διά της συζύγου του στην κάστα των πλουσίων και γίνεται ιδανικός στόχος του ταξικού φθόνου. Το γεγονός ότι η επίθεση εστιάζεται στην Γκραμπόφσκι –ότι δηλαδή έχει και άρρητο σεξιστικό υπόβαθρο– διευκολύνει τον σκοπό.

Η Ν.Δ. είχε ήδη αρχίσει να καταστρώνει μια ατζέντα που ξεπερνούσε την αντιπολιτευτική καταγγελία. Παρουσίαζε, ας πούμε, κομμάτι κομμάτι τη δική της εναλλακτική για τη μετατσιπρική Ελλάδα, σε προσυνέδρια με σκηνικό TEDx. Με την αναζωπύρωση της σκανδαλοθηρίας, η κυβέρνηση στερεί από τη Ν.Δ. τη δυνατότητα να δώσει την έμφαση στο θετικό της αφήγημα. Την αναγκάζει να ανασύρει από το συρτάρι τους φακέλους που προσπέρασε και να ακολουθήσει κι εκείνη τη μέθοδο της επαναληπτικής, εξοντωτικής καταγγελίας.

Μπορεί αυτού του είδους η πόλωση να οδηγεί τη δημόσια συζήτηση εκτός θέματος. Αλλά η Ν.Δ. δεν έχει άλλη άμυνα. Στον καιρό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η πολιτική δεν μπορεί να είναι TEDx.

Δημήτρης Κουφοντίνας
Κάτι ξοφλημένες κάννες

Π​​οιος φοβάται πια τον Κουφοντίνα; Πέρασαν 15 χρόνια. Η τρομοκρατία βρήκε την κοινωνική και ποινική καταδίκη της. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της συνέβαλαν, όσο κανείς, στην απομυθοποίησή της. Ο ισοβίτης που αρνούνταν την αποφυλάκισή του επειδή νόμιζε ότι το «βραχιολάκι» είναι σημείο της Αποκαλύψεως. ο δραπέτης με τα ψεκασμένα διαγγέλματα και το οξυζενέ μαλλί. ο Κουφοντίνας που «βιογράφησε» τη 17Ν με ένα pulp ημερολόγιο συνωμοσιολογίας και κουμπουρολαγνείας: Ολοι αυτοί, παρακαλώντας μάλιστα για τις πρόνοιες του αστικού νόμου, προσέφεραν υπηρεσία στη δημοκρατία, ξηλώνοντας τον μύθο που τους περιέβαλε. Γιατί λοιπόν τόσος ντόρος;

Η απορία θα ήταν θεμιτή αν η υπόθεση είχε αφεθεί όντως να ξοφλήσει. Εγκάθειρκτη και παρωχημένη, η μεταπολιτευτική τρομοκρατία βρήκε μια δεύτερη μήτρα τον Δεκέμβριο του 2008. Στρατολόγησε στο πεζοδρόμιο μια γενιά, στην οποία ανήκουν όλοι οι συλληφθέντες τα τελευταία χρόνια. Συνέχισε να υπάρχει χάρη στους εγκωμιαστές της, οι οποίοι, παρά τον επίμονο αυτοεξευτελισμό των εγκωμιαζομένων, εξακολουθούσαν να τους ζητούν συνεντεύξεις, να τους δημοσιεύουν άρθρα, να τους αφιερώνουν μέχρι και θεατρικά έργα.

Ακόμη κι έτσι η κουλτούρα της βίας θα είχε μείνει στο περιθώριο, σαν «παραεκκλησιαστικό» εκβλάστημα της Αριστεράς, αν δεν είχε ξαφνικά αποκτήσει ασύμμετρη επιρροή. Αν δεν είχε, ας πούμε, από τους πρώτους μήνες του 2015, έναν υπουργό Δικαιοσύνης που δήλωνε ότι η «Πολιτεία τύφλωσε τον Ξηρό». Αν δεν είχε έκτοτε εκμαιεύσει νομοθετικές διευθετήσεις και πολιτική ανοχή. Η έξοδος του Κουφοντίνα ήταν το συμβολικό επιστέγασμα αυτής της υποτροπής. Ο Κουφοντίνας ήταν μέσα. Ο κουφοντινισμός κυκλοφορούσε ήδη ελεύθερος, ενισχυμένος από τους «συνδικαλιστές» του.

Υποτροπή όμως δεν σημαίνει παλινόρθωση. Παρά τις ντόπες για την ανάνηψή του, το φάντασμα της τρομοκρατίας δεν δείχνει ικανό να δραπετεύσει από την τεφροδόχο της ιστορίας. Τουλάχιστον όχι ακόμη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ