Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Ασθενείς εικόνες για αληθινά αγαθά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​μείς το λέμε απλά: «Δεν παράγουμε». Και επιμένουμε σε αυτήν την επικίνδυνη υπεραπλούστευση με βεβαιότητα, ακόμη κι αν δεν είμαστε ειδικοί.

Σίγουρα έχουμε χαμηλή παραγωγικότητα, το είπε προ ημερών επιτροπή Γερμανών Σοφών, ότι η Ελλάδα δεν αξιοποιεί όσο θα μπορούσε την παραγωγική της δύναμη. Το λένε και οι εκθέσεις, π.χ. του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων, ότι η Ελλάδα έχει από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ε.Ε. σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα. Μια σύνθετη έννοια, ωστόσο, που επηρεάζεται από πλείστους όσους παράγοντες – τις υποδομές, την οικονομική σταθερότητα, τον ανταγωνισμό... Δεν είναι στη χώρα μας μια ασθενική διαδικασία με σχεδόν μηδενικά αποτελέσματα, όπως αφοριστικά πιστοποιούμε. Παράγουμε. Οσο παράγουμε, μέσα στις εγγενείς μας ιδιαιτερότητες, παρά την κρίση, την ανεργία, τη μείωση των ωρών εργασίας και της κατανάλωσης, την αύξηση της μερικής απασχόλησης, τη μικρή αποτελεσματικότητα της εργασίας (λείπουν οι δεξιότητες, το προηγμένο τεχνολογικό περιβάλλον, οι υποδομές, τα δίκτυα μεταφορών και επικοινωνίας), την αθρόα εισαγωγή φτηνών ξένων προϊόντων... Με την κρίση, κάποιοι τομείς, όπως οι κατασκευές, σημείωσαν ιδιαίτερη πτώση, οι υπόλοιποι υπέστησαν μικρές μειώσεις ή κατέγραψαν αυξομειώσεις· οι μεγάλες αλλαγές είχαν ήδη συντελεστεί, στη γεωργία που συρρικνώθηκε σημαντικά την τελευταία 40ετία και στις υπηρεσίες, που γιγαντώθηκαν. Ομως, εν προκειμένω, δεν είναι αυτό το ζήτημα. Είναι κυρίως ότι νιώθουμε πως δεν παράγουμε τίποτα ή παράγουμε λίγα (οι ειδικοί θα παρέθεταν έναν ολόκληρο κατάλογο με εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα, ορυκτά, καύσιμα, χημικά, μηχανήματα, λάδι, κρόκο, σπαράγγια, βαμβάκι, ποτά και καπνό, γαλακτοκομικά...), αισθανόμαστε, όχι ο καθένας ξεχωριστά, αλλά όλοι μαζί, λίγο σαν τους σακάτηδες της Ε.Ε. Μέσα σε μια καθημερινότητα χωρίς τίτλους επιβράβευσης φέρουμε την αχρηστία μας σαν κορώνα. Νιώθουμε αρκετά προβληματικοί για άλλες απαρχές. Δηλαδή, αν οι αρνητικές μας ιδιαιτερότητες δεν κατέστρεψαν ολότελα τη χώρα, έχουν ωστόσο καταστρέψει την ιδέα μας γι’ αυτήν.

Και δρούμε αλλοπρόσαλλα, αποσπασματικά, εγωιστικά, χωρίς αίσθηση ορίων. Αρνούμαστε (πλην λίγων φωτεινών εξαιρέσεων) κοινές συνεκτικές προσπάθειες, απορρίπτουμε κάθε σύμπραξη προς όφελος μοναχικών πράξεων, που δεν μας επιτρέπουν να συνειδητοποιήσουμε αυτό που έχουμε κοινό, την παραγωγική μας ισχύ. Πορευόμαστε ανάμεσα, αφενός, σε μια επανάληψη που είναι ξεκομμένη από ό,τι άλλοτε εξασφάλιζε τη συνέχιση των υγιών δραστηριοτήτων και, αφετέρου, σε ψευτοκαινοτομίες (π.χ. νέο σουβλάκι), που δεν προάγουν θετικές αξίες. Και σε ένα στείρο περιβάλλον δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή παραγωγή, δηλαδή ικανοποιητικά χρήσιμα αποτελέσματα σε σχέση με τους πόρους και τα μέσα που δαπανήθηκαν.

Η ευημερία, έξω και πέρα από τα όποια οικονομικά συστήματα και πλαίσια, προϋποθέτει μια ουσιαστική σχέση του παραγωγού με την κοινωνία. Η επινοητικότητα του παραγωγού είναι αδιαχώριστη από τον βαθμό εξέλιξης του κοινού. Η δημιουργία συντελείται μέσα σε έναν κόσμο πιο ευρύ από το εργαστήριο, τον χώρο παραγωγής, ανάμεσα σε πλάσματα που αντιδρούν, δείχνουν ευαρέσκεια ή απαρέσκεια, δέχονται το μπόλιασμα.

Είναι απαραίτητο ένα σημείο σύγκλισης. Η συνύπαρξη διαφορετικών παραγωγικών ομάδων δεν αποκλείει, αντίθετα περικλείει, τη μεταξύ τους επικοινωνία. Αυτό το δίκτυο σχέσεων ανάμεσα σε ποικίλους τομείς σχηματίζει έναν ιστό άυλο, κι ωστόσο πραγματικό, τον παραγωγικό πολιτισμό μας. Κάτω από κάθε ομάδα υπάρχει ένα κοινό υπόβαθρο. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και σε έργα που δεν είναι από τα χέρια τους, γιατί αυτά τους προσφέρουν εικόνες της κρυμμένης τους ολότητας.

Ομως στην εποχή της εξατομίκευσης δεν επαληθεύονται εύκολα τα επιχειρήματα υπέρ του συντονισμένου μόχθου. Οι δεσμοί χαλάρωσαν. Μετά βίας ιχνηλατείται μια δόση διαύγειας, ώστε να μπορέσουμε να προσπελάσουμε από κοινού τα ουσιώδη προβλήματα. Να περιμαζέψουμε στοιχεία ασυμβίβαστα με τους χώρους όπου ευδοκιμούν οι αρνητικές καταστάσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ