ΕΛΛΑΔΑ

Η συμμετοχή των Ελλήνων της Ρωσίας

ΒΛΑΣΗΣ ΑΓΤΖΙΔΗΣ*

Ενοπλοι χωρικοί, υποστηρικτές της Επανάστασης στη Σιβηρία, 1917. Ο ελληνισμός της Ρωσίας βίωσε περσσότερο την επαναστατική εμπειρία της υπαίθρου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους και τους συμμάχους τους υπήρξε ένας καθοριστικός σταθμός στη διαδικασία αλλαγών της ρωσικής κοινωνίας. Στη Ρωσία εκείνη την εποχή κατοικούσε ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων που μπορεί και να ξεπερνούσε τις 400.000 άτομα. Την ίδια εποχή, στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας διαδραματιζόταν μια ανθρωπιστική τραγωδία με τις βίαιες εθνικές εκκαθαρίσεις που πραγματοποιούσαν οι Νεότουρκοι κατά των ελληνικών πληθυσμών. Χιλιάδες νέοι Ελληνες πρόσφυγες κατέφευγαν για σωτηρία στα ρωσικά εδάφη. Παράλληλα, οι Ελληνες της Ρωσίας –ενταγμένοι πλήρως στη ρωσική κοινωνία– συμμετείχαν ο καθένας από την πλευρά του στα γεγονότα, πορευόμενοι μεταξύ της κοινωνικής επανάστασης και της εθνικής αποκατάστασης.

Ηδη, από την πρώτη αποτυχημένη επανάσταση του 1905 είχε διαμορφωθεί μια ομάδα Ελλήνων που εμφορούνταν από επαναστατικές ιδέες. Οι γνωστότεροι από αυτούς είναι οι Γεώργιος Σκληρός-Κωνσταντινίδης, Γιάννης Πασαλίδης, Γεώργιος Φωτιάδης, Βλαδίμηρος Τριανταφύλλοφ, Ωρίων Αλεξάκης κ.ά.

Επιλογές με εθνικά και ταξικά στοιχεία

Η έκρηξη της Οκτωβριανής Επανάστασης δίχασε τη ρωσική κοινωνία και δημιούργησε από νωρίς ένα κλίμα εμφυλίου πολέμου. Η σκληρή σύγκρουση ξεκίνησε μεταξύ των μπολσεβίκων και της αριστερής τάσης (σοσιαλεπαναστάτες, αναρχικοί κ.λπ.) με αφορμή την ενδοτική προς τους Γερμανούς και τους Νεότουρκους Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ που υποστήριξε ο Λένιν. Στη συνέχεια η σύγκρουση γενικεύθηκε. Ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ (Γεωργιάδης), ο Ελληνας φιλόσοφος που είχε γεννηθεί στον Καύκασο, έγραφε: «Η επιδημία του φανατισμού και του αμοιβαίου μίσους είχε πιάσει όλους τους ανθρώπους...» και ότι ο ίδιος ένιωθε «περικυκλωμένος από ανθρώπους εξαγριωμένους σαν ζώα, έτοιμους να ξεσκίσουν ο ένας τον άλλον για την παραμικρή λεία...».

Η συμμετοχή των Ελλήνων στις επαναστατικές διεργασίες δεν έχει αποτιμηθεί έως τώρα πλήρως. Σποραδικά είναι τα στοιχεία που υπάρχουν. Γνωρίζουμε ότι κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση παρατηρήθηκε δράση ελληνικών επαναστατικών οργανώσεων και φιλομπολσεβικικών πυρήνων σ’ όλες τις περιοχές που κατοικούσε η ελληνική κοινότητα. Στις περιοχές του καυκασιανού Νότου την πολιτική επιλογή καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το ελληνικό εθνικό ζήτημα. Υπήρξε μια υπόγεια αντιπαράθεση της εθνικής ένωσης των Ελλήνων στην ταξική οργάνωση. Ενα μέρος του αγροτικού ελληνικού πληθυσμού κατοικούσε σε ομοιογενείς περιοχές. Η εθνική αυτή απομόνωση εντάθηκε με την άφιξη των χιλιάδων προσφύγων από τον Πόντο, οι οποίοι δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους μόνιμο κάτοικο της περιοχής αλλά αντιμετώπιζαν τις περιοχές του Καυκάσου ως προσωρινό σταθμό. Επιπλέον, η ύπαρξη ισχυρών ελληνικών αστικών στρωμάτων, δημιουργούσε αντισώματα προς τις νέες κοινωνιστικές απόψεις. Ο Ι. Σταυριδάκης –απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης σε Πόντο και Καύκασο– σε αναφορά του προς την ελληνική κυβέρνηση έγραφε: «Πλην σποραδικών τινών περιπτώσεων Μπολσεβικικής εκδηλώσεως εκ μέρους των Ελλήνων δεν έχει τις να αναφέρη κατά την διεύθυνσιν ταύτην, ει μη μόνον μικράν τιναν εφημερίδα εν Σοχούμι εκδιδομένην υπό ανθρώπου όστις μοι περιγράφεται ως κακής πίστεως ιδεολόγος και άπατρις». Πιθανότατα ο Σταυριδάκης να αναφέρεται, στην παραπάνω έκθεση, στην «πρώτη ελληνική κομμουνιστική εφημερίδα της Ρωσίας», τη Χαραυγή που εκδιδόταν στο Βατούμι από τον Νικόλαο Αναστασιάδη.

Ο Ελληνοσοβιετικός ιστορικός Νίκος Ιωαννίδης υποστηρίζει ότι η συμμετοχή των Ελλήνων στην Επανάσταση ήταν μικρότερη από αυτή που τους αντιστοιχούσε. Προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί ένας από τους πιο καταπιεσμένους, εργατικότατους λαούς, δεν πολέμησε για τα δικαιώματά του», αναφέρει ότι αυτό οφείλεται στο κίνημα για την εθνική αυτονομία που είχε αρχίσει τη συγκεκριμένη περίοδο σε όλες τις περιοχές που κατοικούσαν Ελληνες.

Πάντως, ο ιστορικός Κώστας Αυγητίδης, που έχει μελετήσει την περίπτωση της Οδησσού, γράφει: «Πολλοί ήταν οι Πόντιοι, οι Ελληνες γενικά, που, παρά τις δύσκολες συνθήκες, πύκνωσαν τις τάξεις του Κόκκινου Στρατού, υπηρέτησαν στα διάφορα όργανα της τοπικής σοβιετικής εξουσίας καταρρίπτοντας κατά τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη θέση και άποψη ορισμένων Ελλήνων ιστορικών, ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας κράτησε παθητική ή ουδέτερη στάση στα επαναστατικά γεγονότα…».

Σκηνικό εμφυλίου πολέμου σε Κριμαία και Ουκρανία

Ως απόρροια της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ (Mάρτιος 1918), η Κριμαία καταλήφθηκε από τους Γερμανούς. Η κατάσταση που προέκυψε από τη συγκεκριμένη Συνθήκη οδήγησε στη δημιουργία νέων επαναστατικών κινημάτων διαφόρων αποχρώσεων, εντός των οποίων θα εκφραστούν και αρκετοί Ελληνες. Μετά την ήττα των Γερμανών από την Αντάντ, στον χώρο της νότιας Ρωσίας και της νότιας σημερινής Ουκρανίας διαμορφώθηκε σκηνικό εμφυλίου πολέμου. Οι τσαρικοί πολεμούσαν κατά των μπολσεβίκων και των συμμάχων τους, ενώ οι αγροτιστές (αναρχικοί) του Νέστορα Μαχνό προσπαθούσαν να παρέμβουν και αυτοί στις πολιτικές εξελίξεις στη νότια Ουκρανία.

Στις περιοχές της νοτιοανατολικής Ουκρανίας είχε εμφανιστεί το αγροτικό αναρχικό κίνημα του Νέστορα Μαχνό. Στην περιοχή της δράσης του μαχνοβίτικου κινήματος συμπεριλαμβάνεται η Μαριούπολη με τα 25 ελληνικά της χωριά. Οι Ελληνες αποτελούσαν το 20% των δυνάμεων του Μαχνό (Makhnovschina). Ο Πιοτρ Αρσίνοφ στην «Ιστορία του Μαχνοβίτικου Κινήματος» γράφει ότι «αρκετοί από τους καλύτερους διοικητές του επαναστατικού στρατού ήταν Ελληνες και μέχρι το τέλος ο στρατός περιλάμβανε αρκετά ειδικά αποσπάσματα Ελλήνων».

Στην περιοχή της Μαριούπολης, όπου κατοικούσε πολυάριθμος ελληνικός πληθυσμός, οι Ελληνες οργανώθηκαν σε αυτόνομα στρατιωτικά σώματα αυτοάμυνας. Εκεί συναντούμε Ελληνες και στις τρεις πολιτικές παρατάξεις, που συγκρούονταν στην περιοχή. Δηλαδή στους εθελοντές (τσαρικούς κυρίως), τους μπολσεβίκους και τους αγροτιστές αναρχικούς του Μαχνό.

Στη νότια Ρωσία και στον Καύκασο

Στον χώρο της νότιας Ρωσίας ήταν σκληρές οι συγκρούσεις μεταξύ των μπολσεβίκων και των Κοζάκων. Η ασυδοσία των λευκών στρατευμάτων του Ντενίκιν και η πίεση που ασκούσαν στους πληθυσμούς, κατάφεραν να μεταστρέψουν μεγάλες μάζες εναντίον τους. Πολλοί στρατιώτες λιποτακτούσαν και συντάσσονταν με τα στρατεύματα των μπολσεβίκων. Παντού δημιουργούνταν ένοπλες επαναστατικές επιτροπές. Σε όλη τη νότια Ρωσία υπήρχαν Ελληνες ενταγμένοι σε κομμουνιστικές οργανώσεις. Πολλές φορές, την υπαγωγή ενός χωριού στη σοβιετική εξουσία αποφάσιζαν οι τοπικές συνελεύσεις.

Στον Καύκασο οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Η επικράτηση των δημοκρατών μαρξιστών (μενσεβίκων), η γειτνίαση με την Τουρκία και η ύπαρξη σημαντικού ελληνικού και αρμενικού προσφυγικού προβλήματος διαμόρφωνε μια σύνθετη κατάσταση. Ειδικά στη Γεωργία υπήρχε μια συγκροτημένη ελληνική ομάδα μενσεβίκων, με κύριο εκπρόσωπό της τον Γιάννη Πασαλίδη, τον μετέπειτα ιδρυτή της ΕΔΑ. Ο Πασαλίδης ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Δημοκρατίας της Γεωργίας και κατέλαβε κυβερνητική θέση στην πρώτη ελεύθερη κυβέρνηση της χώρας. Ομως, εμφανίστηκαν και ελληνικές μπολσεβικικές ομάδες.

Η Δημοκρατία της Γεωργίας ήταν το τελευταίο αστικό κράτος που επιβίωνε στην Υπερκαυκασία και είχε αποκτήσει μια διεθνή αναγνωρισιμότητα. Τον Ιανουάριο του 1921 κατάφερε να εξασφαλίσει την de jure αναγνώρισή της από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο. Ο φόβος των Σοβιετικών ότι η Γεωργία θα αποτελούσε βήμα για επέμβαση των Δυτικών στην περιοχή τους οδήγησε στην έναρξη εχθροπραξιών. Στις 21 Φεβρουαρίου 1921 τα σοβιετικά στρατεύματα και τα στρατεύματα των Γεωργιανών μπολσεβίκων πέρασαν τα σύνορα. Τέσσερις μέρες αργότερα μπήκαν στην Τιφλίδα ανακηρύσσοντας τη Γεωργία Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία. Μεταξύ των μελών των επαναστατικών επιτροπών υπήρχαν και αρκετοί Ελληνες.

Με την επικράτηση των μπολσεβίκων στην Υπερκαυκασία έφυγε όλη η ομάδα των Ελλήνων μενσεβίκων, που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον Γιάννη Πασαλίδη. Μεταξύ αυτών και ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής, ο οποίος διαδραμάτισε αργότερα σημαντικότατο ρόλο στο αγροτικό συνεταιριστικό κίνημα στην Ελλάδα.

Διχασμός των ελληνικών κοινοτήτων στην Οδησσό

Η Οδησσός, όπως και η Κριμαία, υπήρξε χώρος δράσης των συμμαχικών στρατευμάτων που στάλθηκαν για να καταστείλουν την επανάσταση των μπολσεβίκων. Στην περιοχή της Οδησσού, κατά την εποχή της επανάστασης κατοικούσαν 30.000 Ελληνες, παράλληλα με άλλες μειονότητες: βουλγαρική, εβραϊκή, γερμανική. Ο Αυγητίδης υποστηρίζει ότι «Οι Ελληνες συμμετείχαν όχι μόνο στα όργανα της Τοπικής Σοβιετικής εξουσίας, αλλά και στα κομματικά όργανα ήταν αισθητή η δράση τους».

Εκεί έδρασε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα από τον Ιανουάριο του 1919 έως τον Απρίλιο του ίδιου έτους, που στάλθηκε από την Αντάντ –μαζί με Γάλλους και Βρετανούς– για την καταστολή της σοβιετικής επανάστασης.

Οι ελληνικές κοινότητες διχάστηκαν. Τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα των Ελλήνων έτρεφαν φιλικά συναισθήματα προς την επανάσταση, ενώ οι ευπορότεροι δέχτηκαν με ικανοποίηση την επέμβαση της Αντάντ. Χαρακτηριστική είναι μια μαρτυρία του Ν. Μπρούκλη: «Οταν αποβιβαστήκαμε στην Οδησσό, τον λόχο μας τον στείλανε σε μια συνοικία που ζούσαν φτωχοί Ελληνες και γνωριστήκαμε με φαμίλιες που μας δέχτηκαν σαν αδέλφια και μας κατατόπισαν για το τι γίνεται εκεί. Ετσι αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε με ποιους είναι το δίκιο».

Εχει επίσης διασωθεί η δράση της Ελληνικής Κομμουνιστικής Ομάδας Οδησσού με καθοδηγητή τον Παναγιώτη Τομπουλίδη, Πόντιο μαθηματικό από τον Καύκασο. Η ομάδα αυτή θα προσπαθήσει να επηρεάσει με προκηρύξεις τα ελληνικά στρατεύματα. Στις προκηρύξεις θίγεται και το εθνικό ζήτημα των Ελλήνων του Εύξεινου Πόντου. Ενα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε για να πείσει τους στρατιώτες να συνταχθούν με την επανάσταση ήταν ότι η τσαρική Ρωσία, τα συμφέροντα της οποίας υποστήριζαν, «...ήθελε να πάρει την Τραπεζούντα, τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη ακόμα». Θεωρούσε αυταπόδεικτα τα ελληνικά δικαιώματα στις περιοχές αυτές.

Με την ήττα των στρατευμάτων της Αντάντ οι Ελληνες της Ομάδας Οδησσού μπήκαν από τους πρώτους στην πόλη. Στις 30 Μαΐου 1919 ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας, Ελευθέριος Παυλίδης, παρέδωσε τα γραφεία της ελληνικής κοινότητας στους Ελληνες εκπροσώπους της τοπικής σοβιετικής αρχής.

Η επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία μετά τον σκληρό εμφύλιο πόλεμο και την επέμβαση των δυτικών δυνάμεων, σηματοδότησε την προσπάθεια συγκρότησης μιας νέας κοινωνίας, διαφορετικού οικονομικού συστήματος απ’ ό,τι είχε γνωρίσει έως τη στιγμή εκείνη ο κόσμος. Ο ελληνισμός επιβίωσε των εξελίξεων και αναπτύχθηκε πολύ. Τη σοβιετική κυριαρχία επί των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων εξασφάλιζαν οι ελληνικές κομματικές οργανώσεις, οι οποίες με αυτόν τον τρόπο ασκούσαν την εξουσία και υλοποιούσαν και τις πιο τολμηρές πολιτιστικές μεταρρυθμίσεις. Ολα αυτά όμως θα πάρουν τέλος όταν θα αλλάξει η εσωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ από τη σταλινική ομάδα εξουσίας. Οι Ελληνες, όπως και άλλες σοβιετικές μειονότητες, θα αντιμετωπιστούν ως πέμπτη φάλαγγα του δυτικού κόσμου. Οι ηγέτες της κοινότητας θα εκτελεστούν, ενώ περισσότεροι από 20.000 Ελληνες της ΕΣΣΔ θα χάσουν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των σκληρών σταλινικών διωγμών που ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 1937.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ