ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανοιγμα του Πεκίνου σε ξένες τράπεζες και επενδυτικές εταιρείες

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λίγες ώρες μετά την αναχώρηση του Αμερικανού προέδρου από το Πεκίνο, η Κίνα ανακοίνωσε χθες ένα εκ πρώτης όψεως σημαντικό άνοιγμα του χρηματοπιστωτικού της τομέα στις ξένες τράπεζες και επενδυτικές, ανταποκρινόμενη με καθυστέρηση ετών σε ένα πάγιο αίτημα της Ουάσιγκτον. Χωρίς να διευκρινίσει το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των καινούργιων κανόνων, ανακοίνωσε ότι θα χαλαρώσει τους αυστηρούς περιορισμούς που ίσχυαν έως τώρα σε ό,τι αφορά το ποσοστό τραπεζών, επενδυτικών και εταιρειών διαχείρισης κεφαλαίων που μπορεί να βρίσκεται στον έλεγχο ξένων εταιρειών. Δεσμεύεται παράλληλα να καταργήσει ολοκληρωτικά ορισμένους από τους περιορισμούς αυτούς σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την εφαρμογή των νέων ορίων.

Και ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι αποτελεί φυσική συνέπεια όσων εξήγγειλε προ τριών εβδομάδων ο Κινέζος πρόεδρος Σι στο συνέδριο του ΚΚΚ για πλήρη εκσυχρονισμό της κινεζικής οικονομίας, η κίνηση προκαλεί διχογνωμία μεταξύ των οικονομικών αναλυτών. Ορισμένοι την αξιολογούν ως μεγάλη ευκαιρία για τις ξένες τράπεζες, ενώ άλλοι θεωρούν ότι γίνεται καθυστερημένα.

Οπως επισημαίνουν, οι τραπεζικοί κολοσσοί Goldman Sachs, UBS, Gitigroup και Bank of America, που έσπευσαν να αποκτήσουν μερίδια σε κινεζικές τράπεζες από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για την κινεζική αγορά και έχουν μειώσει την έκθεσή τους σε αυτήν. Κάποιοι άλλοι εκτιμούν πως πρόκειται για καλά μελετημένη κίνηση του Πεκίνου, που επιδιώκει να προσελκύσει ξένα κεφάλαια για να καλύψει τις μεγάλες κεφαλαιακές ανάγκες των μεσαίων και των περιφερειακών τραπεζών της χώρας. Ολοι, πάντως, αναγνωρίζουν πως όσες ξένες εταιρείες εισέλθουν στην κινεζική χρηματοπιστωτική αγορά θα αντιμετωπίσουν πληθώρα κινδύνων, όπως ο αθέμιτος ανταγωνισμός των κρατικών τραπεζικών κολοσσών και ο κίνδυνος αλυσιδωτών πτωχεύσεων.

Στη σχετική ανακοίνωση προέβη ο υφυπουργός Οικονομιών Ζου Γκουνγκγιάο, τονίζοντας ότι θα αυξηθεί στο 51%, από το υφιστάμενο 49%, το ανώτατο όριο που μπορούν να ελέγχουν ξένες εταιρείες σε επενδυτικές, εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων και εταιρείες προθεσμιακών συμβολαίων, χωρίς να προσδιορίσει πότε. Δεσμεύθηκε, πάντως, ότι ακόμη και οι νέοι περιορισμοί θα καταργηθούν πλήρως τρία χρόνια μετά την εφαρμογή τους, ενώ θα καταργηθεί και το ανώτατο όριο του 20% κινεζικής τράπεζας ή εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων που μπορεί να βρίσκεται στον έλεγχο ενός μεμονωμένου ξένου επενδυτή. Οπως επισημαίνουν στο σχετικό ρεπορτάζ τους οι Financial Times, ο κ. Ζου δεσμεύθηκε για το πότε θα ισχύσουν τα νέα όρια μόνο για τις κοινοπραξίες ασφαλειών ζωής, στις οποίες θα αυξηθεί σε τρία χρόνια το ποσοστό που μπορούν να ελέγχουν ξένες εταιρείες στο 51% και πέντε χρόνια αργότερα θα καταργηθεί πλήρως. Η βρετανική εφημερίδα επικαλείται εμπειρογνώμονες του κλάδου, που προεξοφλούν ότι θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρις ότου γίνουν πράξη οι εξαγγελίες του κ. Ζου και υιοθετηθούν από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές για τράπεζες, ασφαλιστικές και επενδυτικές εταιρείες και από την Τράπεζα της Κίνας.

Μιλώντας στο Bloomberg, αναλυτές όπως ο Σεν Τζιανγκουάνγκ, οικονομολόγος της Mizuho Securities Asia Ltd στο Χονγκ Κονγκ, ερμηνεύουν την κίνηση του Πεκίνου ως «μήνυμα ότι η Κίνα εξακολουθεί να ανοίγει τον χρηματοπιστωτικό τομέα και γίνεται ολοένα και πιο διεθνής και περισσότερο οικονομία της ελεύθερης αγοράς». Αναγνωρίζει, ωστόσο, πως «απομένει να δούμε πόσο σημαντικός θα είναι ο ρόλος που θα μπορούν να παίξουν οι ξένες εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα». Ο Ολιβερ Ρούι, καθηγητής Χρηματοοικονομικών στη Διεθνή Σχολή Επιχειρηματικών Σπουδών Κίνας-Ευρώπης στη Σαγκάη, μιλώντας στο Bloomberg, προέβλεψε ότι θα αυξήσουν την παρουσία τους στην Κίνα ασφαλιστικές εταιρείες, επενδυτικές και εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων, καθώς στους τομείς αυτούς υπάρχει «σημαντικός χώρος για ανάπτυξη». Διευκρίνισε, όμως, πως ο τομέας των τραπεζών, όπου δεσπόζουσα θέση έχουν κρατικοί κινεζικοί κολοσσοί, όπως η Βιομηχανική και Εμπορική Τράπεζα της Κίνας, θα προσελκύσει πολύ λιγότερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για «κορεσμένο» κλάδο και οι ξένες εταιρείες βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από ανταγωνιστική άποψη.

Σύμφωνα με τη Σούλι Ρεν, αρθρογράφο του Bloomberg και πρώην στέλεχος επενδυτικών τραπεζών, το Πεκίνο αποβλέπει στο να προσελκύσει ξένα κεφάλαια για την ανακεφαλαιοποίηση πολλών τραπεζών της που εκτιμά ότι εγκυμονούν συστημικούς κινδύνους. Οπως υπενθυμίζει η αναλύτρια, πέρυσι η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας προέβλεψε πως αν πτωχεύσει μια μεσαίου μεγέθους τράπεζα της χώρας, θα προκαλέσει τέσσερις με πέντε πτωχεύσεις τραπεζών, ενώ μόνον οι τραπεζικοί κολοσσοί της Κίνας έχουν κεφαλαιακή επάρκεια, και πληθώρα τραπεζών όπως το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Τράπεζας της Κίνας και η τράπεζα Jiangsu έχουν επείγουσα ανάγκη κεφαλαίων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ