ΚΟΣΜΟΣ

Από την ουτοπία στη δυστοπία

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 2010, τη χρονιά που ξεκίνησε δηλαδή η επονομαζόμενη Αραβική Ανοιξη, εν μέσω γενικευμένης ευφορίας για τον ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην κινητοποίηση των πολιτών, από το Ιράν μέχρι και τη Μολδαβία, το αμερικανικό περιοδικό New Yorker υιοθετούσε μια πιο προσεκτική στάση. Με τίτλο «Μικρή αλλαγή – Γιατί η επανάσταση δεν θα δημοσιοποιηθεί στο Twitter», ο Μάλκολ Γκλαντγουέλ επιχείρησε να εξηγήσει γιατί δεν πρέπει να υπερεκτιμάται ο ρόλος των σόσιαλ μίντια ως φορέα κοινωνικής αλλαγής και προόδου.

«Οι πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης οικοδομούνται γύρω από αδύναμους δεσμούς. Το Twitter είναι ένας τρόπος να ακολουθείς ή να σε ακολουθούν άνθρωποι, τους οποίους ουδέποτε έχεις γνωρίσει. Το Facebook είναι ένα εργαλείο με το οποίο διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά τους γνωστούς σου, κρατάς επαφή με ανθρώπους με τους οποίους σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα είχες χαθεί. Γι’ αυτό άλλωστε μπορείς να έχεις χίλιους “φίλους” στο Facebook, τους οποίους ουδέποτε θα είχες στην αληθινή ζωή... Το Ιντερνετ μας επιτρέπει να εκμεταλλευόμαστε αυτού του είδους τις μακρινές σχέσεις με απίστευτη δεξιοτεχνία. Είναι εξαιρετικό στον τομέα της καινοτομίας και των συνεργασιών, στη διασύνδεση αγοραστών και πωλητών και στις διαδικαστικές λειτουργίες του φλερτ. Οι αδύναμοι δεσμοί, ωστόσο, σπάνια οδηγούν σε υψηλού ρίσκου ακτιβισμό», προειδοποιούσε πριν από επτά χρόνια ο Γκλαντγουέλ από τις σελίδες του New Yorker. Η Ιστορία τον δικαιώνει. Τα σόσιαλ μίντια βοήθησαν μεν στη διοργάνωση αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, εξεγέρσεων ή πράξεων ανυπακοής, αλλά δεν στάθηκαν αρκετά για να αλλάξει το στάτους κβο στον αραβικό κόσμο, στο Ιράν, στη Συρία, στην Τουρκία.

Κι αν η αποτυχία των παραπάνω κινητοποιήσεων απλώς συρρίκνωσε τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η άνοδος του λαϊκισμού παγκοσμίως, το Brexit, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και η ρωσική ανάμειξη απέδειξαν την άλλη, φρικτή όψη τους: τη διασπορά των ψεύτικων ειδήσεων, την εδραίωση της post truth («πέρα από την αλήθεια») άσκησης της πολιτικής και την απειλή για τη δημοκρατία.

Πώς όμως φτάσαμε από το σημείο να θεωρούμε ότι ως εργαλεία πολιτικής αφύπνισης δεν είναι τόσο ισχυρά όσο νομίζαμε στο άλλο άκρο; Πώς αίφνης η ισχύς τους αναδεικνύει πλανητάρχες και διαμορφώνει ρατσιστικές, σεξιστικές, ομοφοβικές συνειδήσεις; Πώς η ουτοπία στην αρχή της δεκαετίας τείνει να μετεξελιχθεί στην απόλυτη τεχνολογική δυστοπία λίγα χρόνια αργότερα;

Αυτό ακριβώς είναι το κεντρικό θέμα του τελευταίου τεύχους του Economist: «Aπό τη Νότιο Αφρική έως την Ισπανία, η πολιτική γίνεται όλο και πιο άσχημη. Ενας από τους λόγους είναι ότι τα σόσιαλ μίντια υπονομεύουν τις συνθήκες για συναίνεση, μέσα από τη διασπορά ανακριβειών και οργής που θολώνουν την κρίση των ψηφοφόρων και οξύνουν την πόλωση», επισημαίνει το βρετανικό περιοδικό και συνεχίζει: «Η χρήση των σόσιαλ μίντια δεν δημιουργεί διχασμό, απλώς τον πολλαπλασιάζει. Η οικονομική κρίση του 2007-08 πυροδότησε τη λαϊκή αγανάκτηση εναντίον των πλούσιων ελίτ που άφησαν όλους τους υπολοίπους πίσω. Οι πολιτισμικοί πόλεμοι διαίρεσαν τους ψηφοφόρους, με κριτήριο περισσότερο την ταυτότητα και όχι τόσο την κοινωνική τάξη.

Oύτε είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μοναδικά στη δύναμή τους να πολώνουν. Αρκεί κανείς να δει λίγο συνδρομητική τηλεόραση ή να ακούσει ενημερωτικό ραδιόφωνο. Αν όμως το κανάλι Fox News είναι οικείο, οι πλατφόρμες των σόσιαλ μίντια είναι νέες και ελάχιστα κατανοητές. Και ακριβώς λόγω του τρόπου λειτουργίας τους, ασκούν υπερβολικά μεγάλη επιρροή». «Εχεις τώρα δισεκατομμύρια ανθρώπους στο Ιντερνετ και οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είναι ευχαριστημένοι με την καθεστηκυία τάξη. Θεωρούν ότι η κυβέρνησή τους είναι αυταρχική. Πιστεύουν ότι ανήκουν στην αντίπερα όχθη του κατεστημένου. Αφιονίζονται από την έμφαση στην πολιτική της ταυτότητας και την αποσύνθεση της μεσαίας τάξης», εξηγούσε ο Ιαν Μπρέμερ του Eurasia στους ΝΥΤ αμέσως μετά τη νίκη Τραμπ πριν από έναν χρόνο.

Ηδη η Γερμανία επιχείρησε να νομοθετήσει περιορισμούς και βαριά πρόστιμα σε περιπτώσεις «ψεύτικων ειδήσεων» ή προσβολής κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων. Η κύρια ευθύνη όμως ανήκει στους ίδιους τους κολοσσούς των σόσιαλ μίντια, το Facebook και το Twitter, που καλούνται να αυτορρυθμιστούν για να αποκαταστήσουν το κύρος τους και μην απολέσουν πλήρως την αξιοπιστία τους στα μάτια των χρηστών. Ο ιδρυτής του Facebook Μαρκ Ζούκερμπεργκ δεσμεύθηκε πρόσφατα ότι θα φιλτράρει καλύτερα το περιεχόμενο στην πλατφόρμα του. Το Twitter, από την πλευρά του, τήρησε σιγήν ιχθύος.

Οπως σχολίασε ειρωνικά ο Αμερικανός συγγραφέας Τζόναθαν Φράντσεν στην εφημερίδα Guardian: «Τι θα μπορούσε να πει το Twitter άλλωστε, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ συνέχιζε κανονικά να τουιτάρει; Οτι σκοπεύει να κάνει τον κόσμο ασφαλέστερο;». Την περασμένη εβδομάδα, ο λογαριασμός του Αμερικανού προέδρου σίγησε για έντεκα ολόκληρα λεπτά, χάρη σε έναν δολιοφθορέα υπάλληλο του Twitter. Αν και οι αντίπαλοί του πανηγύρισαν δεόντως, το επεισόδιο δημιουργεί νέα ερωτήματα για την ασφάλεια του μέσου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ