ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

7,6 δισ. θα κοστίσει στις τράπεζες το νέο λογιστικό πρότυπο IFRS 9

Κατά τη Morgan Stanley επισημαίνεται ότι οι πολιτικοί - εξωτερικοί κίνδυνοι απομακρύνονται σε σημαντικό βαθμό μετά την έκθεση της Κομισιόν, όπου υπογραμμίζεται ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες μετά την 3η ανακεφαλαιοποίηση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στα 7,6 δισ. ευρώ υπολογίζει η Morgan Stanley την επίπτωση για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες από την εφαρμογή του νέου λογιστικού προτύπου IFRS 9, το οποίο οδηγεί σε πρόσθετες προβλέψεις. Οπως σημειώνεται σε έκθεση της Morgan Stanley η επίπτωση στις ελληνικές τράπεζες είναι μια από τις υψηλότερες μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Το νέο λογιστικό πρότυπο θα τεθεί σε εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 2018, ενώ οι τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα σταδιακής απόσβεσης της επιβάρυνσης σε βάθος 5ετίας. Το IFRS 9 θα υποχρεώνει τις τράπεζες να σχηματίζουν προβλέψεις όχι με βάση της ζημίες που έχουν συντελεστεί αλλά τις αναμενόμενες πιστωτικές απώλειες, κάτι που θα οδηγήσει στη διενέργεια περισσότερων προβλέψεων αποδυναμώνοντας την κεφαλαιακή βάση τους.

Σύμφωνα με τη Morgan Stanley οι πιέσεις του ΔΝΤ για νέο AQR και ανακεφαλαιοποίηση των εγχώριων τραπεζών καθώς και οι φόβοι ότι οι γερμανικές εκλογές μπορεί να καθυστερήσουν την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος δημιούργησαν αρνητικό κλίμα για την ελληνική αγορά, το οποίο ενισχύθηκε και από τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις του IFRS 9. Ωστόσο στην έκθεση επισημαίνεται ότι οι πολιτικοί-εξωτερικοί κίνδυνοι απομακρύνονται σε σημαντικό βαθμό μετά την έκθεση της Κομισιόν, όπου υπογραμμίζεται ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες μετά την 3η ανακεφαλαιοποίηση.

Η Morgan Stanley επισημαίνει ακόμα ότι με βάση τις τρέχουσες τιμές των μετοχών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών οι αγορές αποτιμούν ακόμη μεγαλύτερη επίπτωση. Ο κίνδυνος αυτός, εκτιμά, είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να τελούν υπό διαπραγμάτευση στα χαμηλότερα σημεία των τελευταίων μηνών. Οπως αναφέρει, οι εγχώριες τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο με έκπτωση 34% σε όρους τιμής προς λογιστική αξία.

Αναλυτικότερα, σε ό,τι αφορά την επίπτωση ανά τράπεζα η Morgan Stanley υπολογίζει ότι η Τράπεζα Πειραιώς θα πρέπει να αυξήσει τις προβλέψεις της έναντι του πιστωτικού κινδύνου κατά 2,8 δισ. ευρώ, η Alpha Bank κατά 2,5 δισ. ευρώ, η Eurobank κατά 1,3 δισ. ευρώ και η Εθνική Τράπεζα κατά 1 δισ. ευρώ.

Ο οίκος εκτιμά ότι η επίπτωση στον εκτιμώμενο δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET 1) για το 2017, για την Πειραιώς θα είναι στο 3,57%, για την Alpha Bank στο 3,20%, για την Eurobank στο 2,15% και στην Εθνική στο 1,65%. Οπως σημειώνει, η μεγαλύτερη άμεση επίπτωση αναμένεται στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Πειραιώς, για την Eurobank αναμένονται κατά 10% υψηλότερες προβλέψεις, για την Alpha Bank εκτιμά ότι θα καλύψει τις ανάγκες με ίδια κεφάλαια σε ορίζοντα 5ετίας, ενώ για την Εθνική σημειώνει ότι η εικόνα θα είναι καλύτερη στο τέταρτο τρίμηνο του έτους.

Υπενθυμίζεται ότι από τα μέσα Αυγούστου ο δείκτης των τραπεζικών μετοχών υποχωρεί κατά 40% αντανακλώντας τη διάχυτη ανησυχία των επενδυτών για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και το ενδεχόμενο νέων κεφαλαιακών αναγκών ενόψει του stress test που θα διενεργήσει η ΕΚΤ στις αρχές του 2018 – ειδικά μετά τις σχετικές πιέσεις του ΔΝΤ που επέβαλε την επιτάχυνση της διαδικασίας για τις ελληνικές τράπεζες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ