Στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, o Ζαν Πολ Γκοτιέ παρατηρεί τις φουστανέλες. Το παραδοσιακό αντρικό ρούχο με τις αλλεπάλληλες πτυχώσεις είναι οικείο στον Γάλλο δημιουργό. Άλλωστε, μια δική του βερσιόν, σε γυναικεία «εκτέλεση», φιλοξενείται προσωρινά σε μία από τις προθήκες του αθηναϊκού μουσείου.

«Στόχος μου ήταν πάντα ένα παιχνίδι ανάμεσα στους θηλυκούς και τους αρσενικούς κώδικες», λέει ο αυτοδίδακτος Γάλλος σχεδιαστής στο «Κ». «Η αντρική φούστα είναι ένας από αυτούς, αλλά προϋπήρχε ήδη στην ελληνική ιστορία με τη φουστανέλα, ενώ υπάρχει και το σκωτσέζικο κιλτ. Σέβομαι ιδιαίτερα τον ελληνικό πολιτισμό και την αισθητική του, και η φουστανέλα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μένα σε ένα ντεφιλέ υψηλής ραπτικής το οποίο ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένο στην Ελλάδα, ερμηνευμένη όμως με τον δικό μου τρόπο. Και την έχω φορέσει κι εγώ ο ίδιος».

Κομμάτια εκείνης της συλλογής, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 2006, θα «περπατήσουν» μεταξύ άλλων στους χώρους του ιστορικού μουσείου στις 28 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος στον σχεδιαστή και στη δημιουργική σχέση του με την Ελλάδα.

Το μουσείο ανοίγει για πρώτη φορά τις πόρτες του σε μια τέτοιου είδους εκδήλωση και η sold-out βραδιά περιλαμβάνει επίδειξη μόδας, αλλά και δείπνο υπέρ της εκπαιδευτικής δραστηριότητας του ιδρύματος. 

«Eπισκέφτηκα το Μπενάκη για πρώτη φορά στις αρχές του 2000. Μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, που σχεδίασα μια ολόκληρη συλλογή ως φόρο τιμής στη χώρα, στις παραδοσιακές φορεσιές και στην ιστορία της. Είναι ένα από τα ομορφότερα μουσεία του κόσμου», συνεχίζει ο Γκοτιέ. «Για μένα προσωπικά είναι τιμή να συνεργάζομαι με το μουσείο και να παρουσιάζω υψηλή ραπτική σε έναν τόσο όμορφο και υψηλού κύρους χώρο».

Η ειδική βραδιά ανοίγει μια νέα σελίδα σε μια συνεργασία που ξεκίνησε νωρίτερα φέτος. Στο πλαίσιο της έκθεσης «Ταξίδι στη μαγεία της ελληνικής φορεσιάς: Σύγχρονες δημιουργίες ζωντανεύουν τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη» στην Costa Navarinο –μια συνέργεια του Μουσείου Μπενάκη, της μεσσηνιακής μονάδας φιλοξενίας και του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών–, ο οίκος Jean Paul Gaultier δάνεισε τη «Σαπφώ της Μυτιλήνης», ένα λουκ που περιλαμβάνει ένα γιλέκο-σιγκούνι, ενώ το «Παρίσι-Αθήνα», ένα σακάκι με φόρεμα-φουστανέλα από οργάντζα στο χρώμα του καλαμποκιού, βρέθηκε την ίδια εποχή στο κεντρικό κτίριο του μουσείου στην Αθήνα.

«Κακό παιδί»

Προβοκάτορας, ανατρεπτικός, «Γάλλος» αλλά και «παγκόσμιος», ο Γκοτιέ ανακατεύει δεκαετίες τώρα το γνώριμο με το διαφορετικό, το στυλ του δρόμου με τις λεπτομέρειες της haute couture. Στα ατελιέ του, εμβληματικά κομμάτια όπως η ριγέ μαρινιέρα μετατρέπεται από αγαπημένο Τ-shirt σε βραδινή μάξι τουαλέτα με φτερά, ενώ το ίδιο μοτίβο αποτελεί τον «κορμό» του best-selling αντρικού αρώματος Le Male. Από τις αρχές του ’80, στα ντεφιλέ του οίκου πρωτοστατούν η ποπ κουλτούρα, τα τατουάζ, μοντέλα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και ηλικία, και ο Γκοτιέ απολαμβάνει τον τίτλο του «enfant terrible». 

Τη δεκαετία του ’90, ο ανήσυχος σχεδιαστής παρουσίαζε, στα αγγλικά, τη σατιρική εκπομπή «Eurotrash» για λογαριασμό του βρετανικού καναλιού Channel 4, με παρτενέρ τον συμπατριώτη του παρουσιαστή-σκηνοθέτη Αντουάν ντε Κον. 

Παραμένει ακόμη «κακό παιδί» ο Γκοτιέ; «“Γέρικο” ή πρώην “κακό παιδί”. Είναι κομπλιμέντο να με βλέπουν ακόμη ως παιδί», λέει ο 65χρονος σχεδιαστής. «Ίσως είναι η περιέργεια που διατηρώ που δίνει αυτή την εντύπωση».

Μια περιέργεια που τον ώθησε στον ρόλο του αλχημιστή πολιτισμών μέσα από θεματικές συλλογές, στις οποίες εξερεύνησε αφρικανικές φυλές, αλλά και τις ενδυματολογικές επιλογές απέναντι στις θερμοκρασίες της Μογγολίας. «Δεν πήγα σε σχολή μόδας, το σχολείο μου ήταν περιοδικά, βιβλία ιστορίας και μόδας και ο τόπος για να παρατηρώ τον “δρόμο” το παριζιάνικο προάστιό μου...» σημειώνει.

Ο Γκοτιέ γεννήθηκε στην περιοχή Βαλ-ντε-Μαρν, νοτιοανατολικά του Παρισιού, το 1952, και ξεκίνησε να στέλνει σχέδια σε οίκους μόδας στα εφηβικά του χρόνια. Το 1970, ο Πιερ Καρντέν τον προσέλαβε ως βοηθό του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο νεαρός Ζαν Πολ υπέγραφε την πρώτη του συλλογή. «Ο δημιουργός πρέπει να πιάνει τον παλμό της εποχής και τις κοινωνικές αλλαγές. Στην περίπτωσή μου η άφιξη του πανκ με επηρέασε ιδιαίτερα. Πάντα μπέρδευα την παραδοσιακή couture με μια δόση underground», λέει ο Γκοτιέ σχολιάζοντας την πολύπλευρη ματιά του.

 

 

Ο κορσές της Μαντόνα

Ο κορσές με τον κωνικό στηθόδεσμο που σχεδίασε για την Blond Ambition τουρνέ της Μαντόνα το 1990 δεν ήταν ένα ακόμα κοστούμι για μια σκηνική παρουσία της πρώτης βασίλισσας της ποπ, αλλά το κλείσιμο του ματιού σε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της γυναικείας χειραφέτησης. «Όταν στις αρχές του ’80 είδα ότι οι φίλες μου άρχιζαν να φοράνε ξανά σουτιέν, ενώ οι φεμινίστριες τα είχαν κάψει τη δεκαετία του ’70, κατάλαβα ότι υπήρχε μια νέα αντίληψη και ότι ήθελαν να είναι ελκυστικές για τον εαυτό τους», παρατηρεί σήμερα.

Από το 2003 έως το 2010, παράλληλα με τη δική του επιχείρηση, ο Γκοτιέ ανέλαβε ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Hermès, θέση μέσα από την οποία ανέδειξε μια πιο «ήσυχη» ενδυματολογική έκφραση, αξιοποιώντας το ιστορικό know-how του οίκου. Το 2014 ο σχεδιαστής άφησε πίσω του το πρετ-α-πορτέ, για να εστιάσει αποκλειστικά στην υψηλή ραπτική. Εκείνο που δεν σταματάει είναι η επιτυχημένη σειρά αρωμάτων του σε συνεργασία με την ισπανική Puig. Tο πιο πρόσφατο λανσάρισμα του οίκου Jean Paul Gaultier είναι το «Scandal» και η «ιστορία» μιας ατίθασης Γαλλίδας υπουργού που το προκαλεί. 

Πόσο έχει αλλάξει η αρένα της βιομηχανίας της μόδας; «Είχα την τύχη να ξεκινήσω την πρώτη μου κολεξιόν με το τίποτα – δεν είχα καθόλου χρήματα, και αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να ψάξω για καινούργιες ιδέες, λύσεις και τρόπους, και κυρίως να είμαι ελεύθερος. Δεν μπορούσα να δείξω στα πολυτελή ξενοδοχεία, όπως οι “maisons” της υψηλής ραπτικής, και έτσι έβρισκα πάντα ασυνήθιστα μέρη. Δεν μπορούσα να πληρώσω μοντέλα, κι έτσι δούλευα με φίλες και κορίτσια από σχολές μόδας που μου άρεσε το στυλ τους και είχαν χαρακτήρα. Το ντεκόρ και τη μουσική τα κάναμε μόνοι μας. Σήμερα έχω την εντύπωση ότι πολλοί νέοι δημιουργοί κυνηγούν τη δημοσιότητα και τα λεφτά πάνω και πρώτα απ’ όλα. Έκανα αυτή τη δουλειά γιατί το όνειρό μου ήταν να γίνω couturier, όχι γνωστός».

«Τώρα τον λόγο έχουν οι μεγάλοι όμιλοι, το μάρκετινγκ βασιλεύει και η μόδα έχει γίνει μια βιτρίνα, ένα θέαμα για να πουλήσεις κάτι άλλο», συνεχίζει. «Η μόδα πρέπει πάντα να αντιστοιχεί στην εποχή και στην εξέλιξη της κοινωνίας. Αυτό που επικρατεί σήμερα είναι μια υπερκατανάλωση και ένα χάος, βρισκόμαστε σε περίοδο αλλαγών. Αυτό που φαίνεται τώρα είναι ότι υπάρχουν πάρα πολλά ρούχα και όχι αρκετοί άνθρωποι για να τα φορέσουν».

Η μόδα στο μουσείο

Ο σχεδιαστής άνοιξε ακόμα περισσότερο τους δημιουργικούς του ορίζοντες το 2011, στο πλαίσιο μιας συνεργασίας με το Montreal Museum of Fine Arts για την έκθεση «The Fashion World of Jean Paul Gaultier: From the Sidewalk to the Catwalk». «Για πολύ καιρό πίστευα ότι η μόδα δεν είχε θέση σε μουσεία. Όσο ζει ο δημιουργός κάνει κάτι σύγχρονο, αλλά όσο περνούσε ο καιρός και έβλεπα τα ρούχα μου σε μπουτίκ vintage, άρχισα να αλλάζω γνώμη. Όταν το Μουσείο Καλών Τεχνών του Μόντρεαλ επικοινώνησε μαζί μου για μια έκθεση πάνω στη δουλειά μου, ήμουν επιφυλακτικός στην αρχή. Όμω,ς με έπεισαν με τον δυναμισμό τους και το γεγονός ότι μου έδωσαν “carte blanche” για μια παρουσίαση που δεν θα είχε τον χαρακτήρα ρετροσπεκτίβας, αλλά μιας φρέσκιας δημιουργίας», λέει ο δημιουργός για το πρότζεκτ που διήρκεσε πάνω από πέντε χρόνια και ταξίδεψε σε πολλά μέρη του υφηλίου.

Το 2012 ο Γκοτιέ έλαβε πρόσκληση για να γίνει μέλος της επίσημης κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που ένας σχεδιαστής μόδας βρισκόταν μεταξύ εκείνων που θα καθόριζαν τον νικητή του Χρυσού Φοίνικα. Είχε προηγηθεί δουλειά στον κινηματογράφο με κοστούμια σε ταινίες του Ζαν-Λικ Μπεσόν («Το πέμπτο στοιχείο») και του Πέδρο Αλμοδοβάρ («Κίκα», «Κακή εκπαίδευση») μεταξύ άλλων.

Στις ποικίλες εκφάνσεις του ο Γκοτιέ παραμένει κάποιος που συνεχίζει να ασχολείται με το αντικείμενο που αγαπάει – με τους δικούς του όρους. «Η μόδα ήταν το όνειρό μου και το ζω εδώ και 40 χρόνια. Το γεγονός ότι πλέον ασχολούμαι μόνο με την υψηλή ραπτική σημαίνει ότι έχω περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου για άλλα πράγματα, μεταξύ των οποίων κάτι πολύ μεγάλο που δουλεύω για το 2018, μια παράσταση με στοιχεία επιθεώρησης και μόδας στο Folies Bergère. Και, κυρίως, ξαναβρίσκω την ελευθερία των πρώτων μου χρόνων», λέει.

Αγάπη για την Ελλάδα

Πριν από τη λαμπερή παριζιάνικη σκηνή, όμως, τον περιμένουν οι αίθουσες του Μουσείου Μπενάκη και ένα εκλεκτό αθηναϊκό κοινό. Εκείνος, συχνός επισκέπτης της χώρας, επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από ένα πρόσφατο, καλοκαιρινό ταξίδι, το οποίο περιλάμβανε επίσκεψη στην Πελοπόννησο. «Στη Γαλλία μαθαίνουμε στο σχολείο για τις αξίες της αρχαίας Ελλάδας, τη δημοκρατία, τους φιλοσόφους. Κλασικοί συγγραφείς, όπως ο Ρακίνας και ο Κορνέιγ, άντλησαν από τον ελληνικό λόγο. Η Γαλλία αισθάνεται κοντά στην Ελλάδα μέσω της γλώσσας και των αξιών μας», συμπληρώνει o Γκοτιέ, ο οποίος το 2010 ήταν «ανάδοχος» στο φεστιβάλ γαλλόφωνου κινηματογράφου στην Αθήνα. «Η Ελλάδα τηρεί τις παραδόσεις της. Είναι μια αυθεντική χώρα όπου η παράδοση και ο εκσυγχρονισμός συνυπάρχουν. Είναι ένας αρχαίος πολιτισμός, αλλά την ίδια στιγμή ένας νεανικός και δυναμικός τόπος, δημιουργικός, με ένα εκπληκτικό αίσθημα ομορφιάς και αισθητικής. Οι άνθρωποι είναι όμορφοι, η αρχιτεκτονική εξαίσια, το φαγητό καταπληκτικό, τα νησιά έχουν ένα μοναδικό φως και η θάλασσα είναι η ομορφότερη του κόσμου. Την Ελλάδα την αγαπώ!» ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ