Κάθε χρόνο, ο Σταύρος Κωνσταντινίδης, Έλληνας ομογενής στο Μόναχο, οργανώνει το δικό του παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο τραπέζι για «πλουσίους». Σε αυτό δίνουν το «παρών» εξέχουσες προσωπικότητες του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου, της Βαυαρίας κυρίως, και καταθέτουν τον οβολό τους, ο οποίος διατίθεται για φιλανθρωπικούς σκοπούς τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ελλάδα.

Το τραπέζι του Σταύρου Κωνσταντινίδη, πέραν του ότι συγκεντρώνει την πολιτική και επιχειρηματική ελίτ, είναι ξακουστό στο Μόναχο και για το μενού του: αντί για γαλοπούλα, όπως επιβάλλει το έθιμο, ταΐζει τους συνδαιτυμόνες του... κατσικάκι. Ο κ. Κωνσταντινίδης ανήκει σ’ εκείνους τους Έλληνες-χρυσάφι της Διασποράς τους οποίους, ενώ διαπρέπουν εκεί όπου ζουν και εργάζονται, η μητέρα πατρίδα συνήθως τους αγνοεί.

Πασίγνωστος δικηγόρος στη Βαυαρία, γέννημα-θρέμμα του Μονάχου –ο ιερέας πατέρας του κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη–, κινείται με μεγάλη άνεση στα υψηλά «πατώματα» της πολιτικής και των επιχειρήσεων. Τόσο ψηλά, ώστε να συντρώγει με τους προέδρους της BMW, της Siemens και άλλων επιχειρηματικών κολοσσών, να μιλάει απευθείας στο τηλέφωνο με τον πρωθυπουργό της Βαυαρίας και να φέρνει στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι του τον Γκέρχαρντ Σρέντερ ή τον νέο καγκελάριο της Αυστρίας, Σεμπάστιαν Κουρτς.

Εκεί, σ’ αυτόν τον δύσκολο και εκ πρώτης όψεως απροσπέλαστο για έναν γιο μετανάστη κόσμο, ο πενηντάχρονος σήμερα γιος του παπά Πλούταρχου δραστηριοποιείται συγκεντρώνοντας χρήματα για ανθρωπιστικούς σκοπούς και βοηθώντας την Ελλάδα. Έχει οργανώσει επισκέψεις στο Άγιον Όρος για τη μισή Βουλή. «Η άλλη μισή είναι γυναίκες», λέει γελώντας.

Ήταν αυτός που οργάνωσε το 2012 το ταξίδι του τότε πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στο Μόναχο και τη συνάντησή του με τον Βαυαρό πρωθυπουργό Ζέερχοφ, η οποία εν πολλοίς άλλαξε το κλίμα στις ελληνοβαυαρικές σχέσεις.

«Εκτός από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, που γίνεται σε ελληνικό εστιατόριο και παρευρίσκονται κοντά στα τριακόσια άτομα, συγκεντρώνουμε χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς από χορηγίες ισχυρών επιχειρηματικών παραγόντων, αλλά και οργανώνοντας κονσέρτα».

Μεταξύ άλλων, όπως μας λέει, οργάνωσε πρόσφατα συναυλία κλασικής μουσικής με δύο διάσημους Γερμανούς τενόρους, στην οποία έπαιξε και ο ίδιος πιάνο και σε μία βραδιά συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και χορηγίες 900.000 ευρώ για τις σπουδές νέων προσφύγων. Στη διάρκεια της κρίσης στην Ελλάδα, συγκέντρωσε 600.000 ευρώ και μαζί με άλλες 400.000 που προσέφερε ο Δούκας της Βαυαρίας και απόγονος του Όθωνα, Φραγκίσκος, δόθηκαν μέσω της ΜΚΟ «Αποστολή» της Αρχιεπισκοπής Αθηνών στους φτωχούς πολύτεκνους (με πάνω από πέντε παιδιά) στην Ελλάδα.

Από δωρεές που συγκέντρωσε και χρήματα που μάζεψε από κονσέρτα αναστηλώθηκε η εμβληματική για τους ορθόδοξους χριστιανούς εκκλησία της Σλαβτορκίρχε στο Μόναχο, ενώ και μια παιδιατρική κλινική στην πόλη ανεγέρθηκε από ποσά που συγκέντρωσε ο κ. Κωνσταντινίδης μέσω χορηγιών.

«Συνολικά, από τις κοινωνικές αυτές δραστηριότητες έχω συγκεντρώσει μέχρι τώρα οχτώ εκατομμύρια ευρώ. Δεν κάνω κάτι για τον εαυτό μου, έτσι έμαθα. Το σπίτι μας ήταν και παραμένει ανοιχτό για όσους έχουν ανάγκη. Οι Γερμανοί δίνουν, αρκεί να είναι βέβαιοι ότι θα πάνε στον προορισμό τους, σε φιλανθρωπικούς σκοπούς δηλαδή, και αυτό είναι εγγυημένο», τονίζει.

«Οι Γερμανοί είναι απλοί άνθρωποι»

Φοιτητής ακόμα της Νομικής Σχολής του Μονάχου, ο Σταύρος Κωνσταντινίδης έγινε εκπρόσωπος Τύπου στον υφυπουργό επί των Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στην αρχή και αργότερα στα υπουργεία Παιδείας και Δικαιοσύνης της Βαυαρίας, χωρίς να είναι ενταγμένος κομματικά.

«Από τη θέση αυτή γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους και αξιοποιώντας αυτές τις γνωριμίες προσπαθώ να βοηθήσω όπου μπορώ», λέει και στην ερώτησή μου για το πώς τον αντιμετωπίζουν, αυτόν, έναν Έλληνα, παιδί μετανάστη, τονίζει: «Κατ’ αρχάς είναι απλοί άνθρωποι. Δεν θα δεις εδώ τον πρόεδρο μιας μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας να κυκλοφορεί με θωρακισμένο όχημα και φρουρούς. Εγώ είμαι γέννημα-θρέμμα της Γερμανίας, σπούδασα εδώ, ξέρω τη γλώσσα τους, τη νοοτροπία τους, το κουμπί τους...».

Και ποιο είναι αυτό; τον ρωτάω. «Η ειλικρίνεια. Τους Γερμανούς δεν μπορείς να τους περιπαίξεις και να τους λες αρλούμπες. Όταν τους λες Α, να είναι Α. Όταν τους λες Β, να είναι Β. Πρέπει αυτά που κάνεις να έχουν συνέχεια. Ο Γερμανός είναι σαν ένας πιστός σκύλος. Σε παρακολουθεί, σε αγαπάει, είναι πιστός φίλος, αλλά δεν πρέπει να νομίζεις ότι τον δουλεύεις. Από τη στιγμή που αισθανθεί ότι προσπαθείς να τον κοροϊδέψεις, θα χάσεις. Ίσως είναι το μεγαλύτερο μυστικό της υπόθεσης».

Η συζήτησή μας δεν θα μπορούσε να μην ακουμπήσει τις γερμανικές εκλογές και επ’ αυτού του έθεσα το ερώτημα αν πιστεύει ότι το αποτέλεσμά τους επηρεάζει την πολιτική του Βερολίνου προς την Ελλάδα.

«Το κράτος της Γερμανίας είναι σοβαρό, με συνέχεια και συνέπεια στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει τόσο το ίδιο απευθείας απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση, όσο και στο πλαίσιο της ενωμένης Ευρώπης και των θεσμών αυτής. Σαφώς ένας νέος κυβερνητικός εταίρος μπορεί να διαμορφώσει κάποιες νέες ισορροπίες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα έρθουν τα πάνω κάτω στις σχέσεις της Γερμανίας τόσο με την Ελλάδα, όσο και με τους λοιπούς Ευρωπαίους εταίρους της, με τους οποίους έχει συνδιαμορφώσει μια πολιτική με πολλή προσπάθεια όλα τα τελευταία χρόνια. Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, όσο η Ελλάδα παραμένει πιστή στις δεσμεύσεις που η ίδια έχει λάβει, δεν έχει να ανησυχεί για αλλαγή της στάσης των Ευρωπαίων εταίρων της», συμπληρώνει.

Οι ερωτήσεις του Σόιμπλε

Στη διάρκεια της κρίσης συζητούσατε τις εξελίξεις; βρίσκω την ευκαιρία να ρωτήσω. «Με ρωτούσαν πολλές φορές από το υπουργείο Οικονομικών, και ο ίδιος ο Σόιμπλε, πώς τα βλέπουμε εμείς οι Έλληνες τα πράγματα. Τι θέλουμε, πού το πάμε και βέβαια ήταν βασικό να υπάρχει κάποιος που να εξηγεί τη στάση μας, τον τρόπο σκέψης του Έλληνα, τον θερμόαιμο Έλληνα που μπορεί να τα γκρεμίζει όλα και συγχρόνως να τα χτίζει. Ήταν ένας ρόλος “γέφυρας” τότε ο δικός μου μεταξύ των Γερμανών, και ειδικά των Βαυαρών, και των Ελλήνων».

Και το ταξίδι του κ. Σαμαρά στο Μόναχο πώς προέκυψε; «Ο κ. Σαμαράς ήρθε στο Μόναχο στις 9 Δεκεμβρίου του 2012 και είχε συνάντηση με τον πρωθυπουργό και όλη την κυβέρνηση. Η ιδέα έπεσε όταν είχα πάει στην Αθήνα με ελληνοβαυαρική αντιπροσωπεία, για να παραδώσουμε τα χρήματα που είχαμε συγκεντρώσει για τους πολύτεκνους. Εκεί συζήτησα με τον κ. Σαμαρά το θέμα, το μετέφερα στον πρωθυπουργό κ. Ζέερχοφ, που είναι φίλος μου, συμφώνησε και εκείνος, και έτσι κλείστηκε το ταξίδι. Μην ξεχνάμε ότι η Βαυαρία είναι η έβδομη οικονομία της Ευρώπης». 

Βλέπετε να ενδιαφέρονται να επενδύσουν στην Ελλάδα γερμανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι; τον ρώτησα. «Οι Γερμανοί γενικά είναι επιφυλακτικοί επενδυτές. Δεν είναι όπως οι Αμερικανοί, οι Άραβες, οι Γάλλοι, οι Ρώσοι, οι Κινέζοι, που θα κάνουν πιο εύκολα μια επένδυση στην Ελλάδα. Ο Γερμανός είναι ζόρικος, θέλει τα πράγματα να είναι όπως πρέπει, θέλει ξεκάθαρους κανόνες του παιχνιδιού, δεν μπαίνει σε σαφάρι. Συζητάω μαζί τους και εκείνο που προκύπτει είναι ότι δεν θα έρθουν εάν δεν φτιάξουμε γρηγορότερα το status quo για τις επενδύσεις, εάν δεν έχουμε τραπεζικό και φορολογικό σύστημα που να λειτουργεί, να μην αλλάζει κάθε μήνα το φορολογικό δίχτυ. Το τρίτο είναι το κράτος δικαίου. Να γίνονται αγωγές και να εκδικάζονται και όχι μετά από δέκα χρόνια. Ο Γερμανός επιχειρηματίας στην Ελλάδα πρέπει να είναι σίγουρος ότι, εάν η επένδυσή του συναντήσει κάποιο πρόβλημα, θα μπορεί να βρει το δίκιο του. Έτσι σκέφτονται εδώ». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ