ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οικιακή ψυχαγωγία

Η Γκρέις Μαρκς συμμετείχε ή δεν συμμετείχε στη δολοφονία δύο ανθρώπων το 1843 σε ένα αγροτόσπιτο στον Καναδά; Ετών 16 η Γκρέις, μέλος του υπηρετικού προσωπικού. Δεν ξέρουμε αν είναι ένοχη και το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρει ούτε η ίδια. Ή τουλάχιστον έτσι μας λέει. Είναι μια δολοφόνος; Ένας άνθρωπος ψυχικά διαταραγμένος; Μια αθώα κοπέλα με κενά μνήμης; Η περίπτωσή της απασχόλησε την κοινή γνώμη της εποχής (πρόκειται για αληθινή ιστορία) και πολύ αργότερα τη Μάργκαρτ Άτγουντ, η οποία το 1996 έγραψε το «Το άλλο πρόσωπο της Γκρέις» (εκδ. Ωκεανίδα), μια μυθιστορηματική βιογραφία της δεσποινίδας Μαρκς. Η Άτγουντ πρόσθεσε έναν φανταστικό χαρακτήρα, έναν ψυχίατρο που μέσω μιας σειράς συνεδριών με την Γκρέις προσπαθεί να καταλάβει τι συνέβη το μοιραίο απόγευμα των δολοφονιών. Οι συναντήσεις τους είναι ο πυρήνας και του βιβλίου, αλλά και της νέας μίνι σειράς του Netflix: το «Alias Grace», μετά το καλοκαιρινό «Handmaid’s Tale», είναι η δεύτερη τηλεοπτική σειρά που βασίζεται σε μυθιστόρημα της κορυφαίας Καναδής συγγραφέως μέσα στη σεζόν και, όπως σχολίασαν σχετικά και οι New York Times, «αν η Άτγουντ δεν υπήρχε ήδη, το 2017 θα έπρεπε να την επινοήσουμε».

Το «Alias Grace» θα άξιζε να το δει κανείς και μόνο για την (επίσης Καναδή) Σάρα Γκάντον, η οποία είναι σπουδαία στον ρόλο της Γκρέις, με το σπάνιας έντασης γαλαζοπράσινο βλέμμα της να μην επιτρέπει στον τηλεθεατή να αποφασίσει τι πιστεύει γι’ αυτήν. Υποκρίνεται; Ή υπάρχει στ’ αλήθεια ένα πλάσμα σαν κι αυτήν; Η ιστορία της νεαρής κοπέλας λειτουργεί στα χέρια της Άτγουντ και κατ’ επέκταση των δημιουργών της σειράς ως ένα όχημα για να σκιαγραφηθεί η θέση μιας γυναίκας στα μέσα του 19ου αιώνα, και μάλιστα όταν δεν προέρχεται από την υψηλή κοινωνία και ειδικότερα όταν βρίσκεται εκτός αστικών κέντρων. Πέραν των όσων δυσχερειών μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς, η απουσία οποιασδήποτε προοπτικής στη ζωή της Γκρέις προκαλεί ασφυξία. 

Η σειρά συνδέεται ποικιλοτρόπως με την ταινία «Αποπλάνηση» («The Beguiled», της Σοφία Κόπολα) που είδαμε το καλοκαίρι. Αυτή τη φορά δεν βρισκόμαστε στον Καναδά, αλλά λίγο νοτιότερα, στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ, εν έτει 1864, τον καιρό του εμφυλίου. Και εδώ συναντάμε γυναίκες σε πρώτο πλάνο που υφίστανται κάποιου τύπου καταπίεση, και πάλι η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα απομονωμένο σπίτι. Και ξανά υπάρχει έγκλημα. Όπως συμβαίνει και στη «Λαίδη Μάκμπεθ» (στην Ελλάδα στις 30/11), μια ταινία του Ουίλιαμ Όλντροϊντ με παρόμοιους θεματικούς άξονες. Βρισκόμαστε την ίδια ακριβώς εποχή (1865), αλλά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, σε μια βρετανική εξοχή και συγκεκριμένα στην έπαυλη όπου η νεαρή Κάθριν, παρότι τύποις κυρία του σπιτιού, βρίσκεται επί της ουσίας φυλακισμένη. Η πλοκή σημαδεύεται κι εδώ από ένα έγκλημα.  

Και μια μπόνους πρόταση στο ίδιο κλίμα: Σκωτία 1869, ένα χωριό στα Χάιλαντς, τρεις φρικτές δολοφονίες. Αυτή τη φορά ο δράστης είναι άνδρας και αυτό είναι κάτι που πληροφορούμαστε εξαρχής στο μυθιστόρημα του Γκ. Μ. Μπαρνέτ «Το ματωμένο έργο του» (εκδ. Μεταίχμιο), που μόλις κυκλοφόρησε – υποψήφιο για το Booker πέρυσι. Στις σελίδες του μαθαίνουμε το γιατί, με τις απαντήσεις να ενοχοποιούν, περισσότερο από τον ίδιο τον δολοφόνο, το βαλτωμένο τοπίο της εποχής του. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ