ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Δερματοστιξία

Νικόλας Ανδρουλάκης

Μεταφυσική μέρα η Κυριακή. Έχει τη μαγική ιδιότητα να διαρκεί πάντοτε λιγότερο ή περισσότερο από μία κανονική στιγμή κάθε στιγμή της. Θα μπορούσες, βέβαια, να το πεις και πραγματεία πάνω στη θεωρία της σχετικότητας. Σαν το παράδειγμα του θείου Άλφρεντ με το δάχτυλο που χώνεις στο βραστό νερό και την πανέμορφη γυναίκα στο παγκάκι του πάρκου. Ένα λεπτό στο καυτό νερό μοιάζει ώρα. Μία ώρα δίπλα της μοιάζει λεπτό. Ένα ευλαβικό ταμπλό βιβάν είναι οι Κυριακές. Πλασμένες από κάθε θεό, επιστήμονα ή πολιτικό για να τις προσμένεις. Είναι ο σκοπός, είναι η Ιθάκη για να «βγάλεις κι αυτή τη βδομάδα». Ένας μικρός τεχνητός περιοδικός παράδεισος. Ή μια μίζερη Μαρμότα. Κι όσοι αφήσαμε από νωρίς στη ζωή την κανονικότητα για επαγγέλματα που αγκαλιάζουν λίγο πιο ακάνθινα την Κυριακή, βαστούμε από τα αγκάθια την αλήθεια της. 

Από την ξενυχτισμένη πιτσιρίκα που σερβίρει, ρομαντικά αναμαλλιασμένη, καφέ σε έναν παππού με ωράρια κυριακάτικης λειτουργίας στην εκκλησία που δεν πήγε, κι από την ηρωική γιαγιά που προσέχει τα παιδιά για να δουν το μαζούτ στη θάλασσα οι γονείς μέχρι τους καλλιτέχνες που κοντεύουμε να μοιράζουμε σε φέιγ βολάν το «δεν μπορώ, έχω πρόβα» και το «παίζω απόψε» στις προτάσεις των ανθρώπων μας. Την ίδια στιγμή που μαραθωνοδρόμοι ξεπατώνουν ισοτονικά για να συνέλθουν, τεχνικοί συνδέουν βαριεστημένοι καλώδια για ένα live και κληρωτοί σβήνουν με μπλε bic και χαρακάκι ονόματα στις εφορευτικές επιτροπές. Την ίδια στιγμή που σου δίνει στο χέρι τα εισιτήρια της ταινίας και τα εκπτωτικά κουπόνια ο ταμίας, που κοντεύει να σιχαθεί τον κινηματογράφο και φαντάζεται θεατές να βιώνουν βασανιστήρια από πλάνο του Ταραντίνο, επειδή την ίδια ακριβώς στιγμή η γυναίκα της ζωής του βλέπει ταινία με άλλον έρωτα σε άλλο σινεμά, την ίδια στιγμή που προσγειώνει ένας πιλότος με αυτοπεποίθηση το αεροπλάνο σου ή ένας ντελιβεράς σού φέρνει με επικίνδυνους ελιγμούς τα σουβλάκια, για να συμπέσει τελετουργικά το σκίσιμο της σφιχτοδεμένης πλαστικής σακούλας με τα καπνογόνα ενός τζάμπολ στο Ειρήνης και Φιλίας. 

Καφεδάκι, βολτίτσα, φαγάκι, ταινιούλα, ματσάκι, ποτάκι, σεξάκι. Και μέσα σου βράζεις σαν το δάχτυλο στο νερό. Έως την άλλη Κυριακή ξανά. Μην περιμένεις να πετύχεις τα όνειρα και τους στόχους της κάθε Δευτέρας, όταν η αγρανάπαυσή σου είναι πλασμένη με υποκοριστικά. Αν είναι να ρίξεις μάρκες στη ρουλέτα της Κυριακής, κάνε το ποντάρισμα μεγάλο. Τόσο μεγάλο, που θα σε αναγκάσει να βουτήξεις στη βδομάδα σου ορμητικά για να ρεφάρεις στην ανθρωπότητα την τζούρα ευτυχίας που τράβηξες ή να ξεκινήσεις επανάσταση από το γαμώτο της αδικίας αν ήταν ατελέσφορη ριξιά. Κάπως σαν τα πελώρια «σ’ αγαπώ» που χρειάστηκε να ξεστομίσουμε με κεφαλαία λόγια και βλέμμα. Επειδή μόνο έτσι αξίζει. Κι ό,τι γίνει. 

Όσοι δουλεύουμε την Κυριακή σ’ το ψιθυρίζουμε: Καμία εκδρομή, καμία γεύση, κανένα πολυαναμενόμενο δρώμενο, καμία ραστώνη με εφημερίδες και καφέ, καμία θεατρική παράσταση, ταινία ή συναυλία, καμία ηδονή δεν θα σου αλλάξουν τη ζωή από μόνες τους. Μόνο τα σημάδια της τριβής στους ανθρώπους που μοιράζεσαι κάθε στιγμή. Ένα τατουάζ μέχρι το κόκαλο. Μια δερματοστιξία καλή. Είναι δεν είναι καλή. ■

* Ο Νικόλας Ανδρουλάκης είναι συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ