ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μόλις 5,7 δισ. ευρώ μπορεί να ανακτήσει το ΤΧΣ

ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από τα 45,4 δισ. που έχει διοχετεύσει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα από την αρχή της κρίσης το 2010, μόνο ελάχιστο μέρος, 5,7 δισ., θα μπορούσε να ανακτήσει σε βάθος χρόνου. Αυτό είναι ένα από τα συμπεράσματα της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον άφορα τον χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα 5,7 δισ. που θα μπορούσαν να ανακτηθούν θα επέστρεφαν σε βάθος χρόνου και μόνο από πιθανή αύξηση της τιμής των μετοχών των τραπεζών, ενώ τα περισσότερα κεφάλαια αναμένεται να παραμείνουν μέρος του δημόσιου χρέους της χώρας.  

Οσον αφορά τη φερεγγυότητα των τραπεζών, «οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών βελτιώθηκαν σημαντικά”, αναφέρει η έκθεση, με τον κύριο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας να αυξάνεται στο 17% το 2016, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ε.Ε. (14,2%).

Ομως τα υψηλά επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχίες ως προς τη φερεγγυότητα των τραπεζών. Αλλωστε, παρά την ολοκλήρωση της τρίτης ανακεφαλαιοποίησης το 2016, η πιστοληπτική αξιολόγηση όλων των τραπεζών παρέμενε στη μη επενδυτική βαθμίδα. 

Το νούμερο που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το 2008, όταν ξεκινούσε η παγκόσμια οικονομική κρίση, αντιστοιχούσαν μόλις στο 5,5% του συνολικού χαρτοφυλακίου των τραπεζών, ενώ το 2016 βρίσκονταν στο 45,9%, το υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ε.Ε. 

Οσον αφορά τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών, στην έκθεση αναφέρεται πως το 2016 δεν υπήρχε καμία ένδειξη σταθερής επιστροφής των καταθέσεων, οι οποίες είναι μειωμένες σχεδόν κατά το ήμισυ σε σύγκριση με το 2009 (από 238 δισ. ευρώ σε 121 δισ. ευρώ), ενώ η πρόσβαση των εγχώριων τραπεζών σε άλλες πηγές χρηματοδότησης εξακολουθούσε να είναι περιορισμένη.

Αναδιάρθρωση

Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν είχαν όμως επίδραση στη βελτίωση της κερδοφορίας των τραπεζών μέσω συγχωνεύσεων και αναδιαρθρώσεων των ιδρυμάτων, που μείωσαν σημαντικά το προσωπικό και τα καταστήματά τους. «Βελτίωσαν σημαντικά τον δείκτη κόστους/εσόδων (51,9%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του 65,7% στην Ε.Ε. το 2016) και τις λειτουργικές δαπάνες τους», αναφέρει η έκθεση. Ωστόσο εξακολούθησαν να καταγράφουν ζημίες και οι επιδόσεις τους ως προς μια σειρά δεικτών κερδοφορίας συνέχισαν να είναι από τις χειρότερες στην Ε.Ε. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ