ΒΙΒΛΙΟ

Ενα παραμύθι σαν ζωή

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ
Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία
εκδ. Κριτική, σελ. 96

Τ​​α παραμύθια δεν είναι μόνο φαντασιοπληξίες, γιατρικά της φαντασίας. Είναι και μια απόπειρα εικονογράφησης και κατανόησης του κόσμου. Δεν χρειαζόμαστε τις ιστορίες για να δραπετεύουμε από τη ζωή, αλλά για να μπορέσουμε να ζήσουμε εκείνη τη μία που μας αναλογεί. Τα παραμύθια παρηγορούν γιατί, κατά κάποιον τρόπο, νοηματοδοτούν τον χρόνο, αυτόν που κύλησε και αυτόν που επικρέμαται. Οι αθετήσεις της πραγματικότητας επιτάσσουν παραμυθίες, έτσι ώστε να ξεγελάμε τον χρόνο που εκτυλίσσεται εναντίον μας.

Μια αρχοντοπούλα της Φρυγίας εκτοπίζεται στην καρδιά μιας θεοσκότεινης Ευρώπης για να παντρευτεί έναν αγριάνθρωπο του Βορρά, τον βασιλιά της Βούδας. Στον ξένο τόπο, «μετά βίας όριο του κεντροευρωπαϊκού πολιτισμού», «την περίμενε το κρεβάτι ενός καθολικού βαρβάρου». Η περιπέτειά της, όμως, παίρνει ακόμα πιο τυραννική τροπή, εξαιτίας της σκαιότητας του βασιλιά, που την αναγκάζει να αναζητήσει καταφύγιο μακριά από το παλάτι, στις παρυφές της Ευρώπης. Υστερα από έναν πένθιμο πλου, η μοίρα την ξεβράζει σε ένα νησί του Αιγαίου, όπου τέσσερις αιώνες μετά θα ναυαγήσει ένα καράβι μεταναστών. Στο νησί η «αρχόντισσα ζεβιροπούλα» μεταμορφώνεται σε Κίρκη, σε μάγισσα ξακουστή για βοτανολογικά θαύματα, έπειτα γίνεται «αγαπητικιά του λόγγου και των φαραγγιών», για να φυγαδεύσει αργότερα τη θυσιασμένη ζωή της στη μορφή ενός ελαφιού· την άπιαστη λεία του βασιλιά Ματθία. Πέντε Κούρδοι μετανάστες, σωσμένοι από ένα ναυάγιο, βλέπουν το ελάφι να ξεπροβάλλει μέσα από την ομίχλη, ενόσω ακούν τον μεγαλύτερο της συντροφιάς να εξιστορεί τα βάσανα μιας χριστιανής πριγκίπισσας που ξενιτεύτηκε κάποτε στην Ουγγαρία. Ο νεότερος από αυτούς, ο πιο φοβισμένος, σωριασμένος στη ρίζα ενός δέντρου ενός άγνωστου δάσους, συλλογίζεται μια δυσοίωνη είδηση, «πως κάποιοι είχαν ήδη συλληφθεί από την ουγγρική αστυνομία».

Στη νουβέλα του Νίκου Ξένιου αίρεται μαεστρικά η αντίστιξη μεταξύ πραγματικότητας και παραμυθιού. Η χρυσοποίκιλτη φαντασμαγορία του τελευταίου αντανακλά τη σκοτεινιά της πρώτης. Η έντονη πολιτική, πολεμική χροιά της αφήγησης διηθείται έξοχα μέσα από το κατεξοχήν λογοτεχνικό ηχόχρωμα της γλώσσας, το φαντασιοκόπημα. Η ζοφερότητα της συνθήκης των μεταναστών που εξαφανίζουν τα βήματά τους σε κακοτράχαλα μονοπάτια απεικονίζεται ελλειπτικά, είναι σχεδόν αθέατη στις σελίδες, ανησυχητικά υπόκωφη. Η τραγικότητά τους καταδεικνύεται μέσα από το παλιομοδίτικο ύφος, ταιριαστό για πολύ παλιές, και όμως αιώνιες, ιστορίες, που επιστρατεύει ο ηλικιωμένος Κούρδος για να αφηγηθεί ένα παραμύθι, το οποίο φαντάζεται τη στιγμή που το διηγείται. Κάνοντας τη φαντασία του βορά της απελπισίας του, ατενίζει μια Ευρώπη αποκτηνωμένη, διχασμένη ανάμεσα σε προσήλυτους και αβάφτιστους, σε θηρευτές και θηράματα, αποδεκατισμένη από τις λεηλασίες άγριων φυλών, διαρρηγμένη από τάφρους και τείχη, τρελαμένη από έξαλλα αιματοκυλίσματα, παραδομένη σε ένα ωμοφαγικό όργιο.

Η ιστορία που αρδεύει τα ρημαγμένα σώματα των πέντε αντρών διαχέεται στις φυλλωσιές ενός δάσους, που θυμίζει με τη θαλερότητά του τον ανηλεή θρίαμβο της φύσης στην «Κάθοδο των εννιά» του Βαλτινού. Αναλογιζόμενος δρόμους λυτρωτικούς, που μπορεί τελικά να αποδεικνύονταν αδιάνυτοι, και ακούγοντας το παραμύθι του φίλου του, ο αφηγητής επιστρέφει στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, τότε που οι άγγελοι φτερούγιζαν χαμηλά στον ουρανό και εκείνος τους κοιτούσε από ψηλά, γιατί τίποτε δεν εμπόδιζε την ανύψωσή του στη νεφελοκοκκυγία που κάποτε θα τον δεξιωνόταν. Τώρα, σωριασμένος στο χώμα, ελπίζει να τον περιμένει κάπου «κάτι καινούργιο, σαν ζωή να πούμε». Αδηλο το πεπρωμένο που κυοφορείται «στην εκκλησία του ουρανού», ο Ξένιος, όμως, διαπρέπει στην εκπλήρωση του λογοτεχνικού πεπρωμένου της γραφής, στην ονειρώδη σύζευξη ζωής και μύθου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ