ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το 19,2% των πολιτών πληρώνει το 83,2% των φόρων

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κυνικότητα με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση το θέμα της υπερφορολόγησης έχει την πολιτική και κομματική εξήγησή της: το πρόβλημα της υπέρμετρης επιβάρυνσης δεν αφορά τους πολλούς αλλά τους λίγους. Σε σύνολο περίπου 8,8 εκατ. φυσικών προσώπων, τα 7,1 εκατ. ή το 80% πληρώνουν από… τίποτα έως και 100 ευρώ τον μήνα στην εφορία. Οσον αφορά τον ΕΝΦΙΑ, οι 8 στους 10 πληρώνουν επίσης από τίποτα έως και 42 ευρώ μηνιαίως.

Η υπερφορολόγηση στην Ελλάδα είναι υπόθεση των… ολίγων, γεγονός καταστροφικό για την οικονομία και τα δημόσια έσοδα, αλλά επωφελές για την κυβέρνηση που θέλει να φροντίσει για την επανεκλογή της. Τα στοιχεία από την επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων είναι αποκαλυπτικά: Το 80,8% των φορολογουμένων που δηλώνουν τα χαμηλότερα εισοδήματα και υφίστανται τις μικρότερες επιβαρύνσεις καταβάλλουν μόλις το 16,8% του συνολικού φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, ο οποίος από μόνος του αντιστοιχεί κοντά στο 18% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας. Ετσι, το υπόλοιπο 83,2% των φόρων μοιράζεται στο 19,2% των πολιτών. Ή πιο απλά: 7.091.832 φορολογούμενοι με τα χαμηλότερα εισοδήματα πληρώνουν κατά μέσον όρο 190 ευρώ τον χρόνο στην εφορία και 1.676.485 φορολογούμενοι με τα υψηλότερα εισοδήματα καταβάλλουν κατά μέσον όρο 3.985 ευρώ, δηλαδή 21 φορές περισσότερα. Γιατί λοιπόν ο υπουργός Οικονομικών να μην παραδεχθεί ανοικτά ότι φόρτωσε περισσότερα βάρη στη «μεσαία τάξη»; Γνωρίζει ότι οι 8 στους 10 ακούν για υπερφορολόγηση, αλλά δεν την αντιλαμβάνονται ούτε στο εκκαθαριστικό της εφορίας ούτε στο εκκαθαριστικό του ΕΝΦΙΑ.

Η υψηλή φορολογία δεν κρύβεται μόνο στους άμεσους φόρους οι οποίοι εξ ορισμού έχουν αναλογικό χαρακτήρα προκειμένου οι έχοντες τα μεγαλύτερα εισοδήματα να επιβαρύνονται περισσότερο σε σχέση με τα φτωχότερα στρώματα. Κρύβεται και στους έμμεσους, οι οποίοι πλήττουν κυρίως τους φτωχότερους. Υπερφορολόγηση συνιστά για παράδειγμα ότι ο βασικός συντελεστής του ΦΠΑ είναι στους τέσσερις υψηλότερους της Ευρώπης, όπως επίσης και το ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στα καύσιμα (κυρίως στο πετρέλαιο κίνησης και στην αμόλυβδη) βρίσκεται στην πρώτη τριάδα όχι μόνο σε πανευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρά τις προφανείς συνέπειες των έμμεσων φόρων στην κατανάλωση, αυτό που «πονάει» περισσότερο τους πολίτες είναι όταν υποχρεώνονται να προσέλθουν στις τράπεζες για να πληρώσουν μία ακόμη δόση του εκκαθαριστικού. Αυτό το γνωρίζει η σημερινή κυβέρνηση και γι’ αυτό μετατοπίζει ολοένα και περισσότερα βάρη στους ολίγους. Με εξαίρεση τη μείωση του αφορολογήτου για την οποία άσκησαν βέτο οι δανειστές προκειμένου να διευρυνθεί η φορολογική βάση, όλα τα υπόλοιπα μέτρα που αποφασίστηκαν έχουν συμβάλει στην υπερσυγκέντρωση των επιβαρύνσεων:

1. Η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών.

2. Η νέα κλίμακα υπολογισμού της εισφοράς αλληλεγγύης, η οποία έχει τροποποιηθεί δύο φορές από το 2015 μέχρι σήμερα.

3. Η νέα κλίμακα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.

4. Η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού του φόρου για τους ελεύθερους επαγγελματίες ώστε να φορολογούνται με την κλίμακα και όχι με ενιαίους συντελεστές όπως συνέβαινε μέχρι το 2016.

5. Η πρόσθεση των εισοδημάτων από το «μπλοκάκι» στις μισθωτές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα τη μεγάλη επιβάρυνση όσων έχουν διπλή απασχόληση.

6. Η μετατόπιση βαρών από τον βασικό φόρο ΕΝΦΙΑ στον συμπληρωματικό φόρο, ώστε να επιβαρύνονται οι ιδιοκτήτες της μεσαίας και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Η συνολική απόδοση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων κυμαίνεται γύρω στα 8 δισ. ευρώ ετησίως, με το ποσό αυτό να μοιράζεται σε 8,76 εκατ. ΑΦΜ. Ωστόσο:

1. Το 58,5% των φτωχότερων (στα χαρτιά) φορολογουμένων πληρώνει το 4,99% των φόρων.

2. Το 80,8% των φτωχότερων φορολογουμένων πληρώνει μόλις το 16,78% των συνολικών φόρων.

3. Το 90,92% των φορολογουμένων επωμίζεται μόλις το 35,34% των φόρων.

Τα δύο τρίτα του φόρου εισοδήματος καταβάλλονται από όσους εμφανίζουν ατομικό εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ ετησίως.

Από το 23% τα δύο τρίτα του ΕΝΦΙΑ

Σε σύνολο 6.390.936 φυσικών προσώπων που παραλαμβάνουν κάθε χρόνο εκκαθαριστικό ΕΝΦΙΑ, τα 4.924.012 άτομα ή το 77% του συνολικού πληθυσμού, επιβαρύνεται με 500 ευρώ το ανώτερο. Αν προσθέσει κάποιος το ποσό που καταβάλλουν, θα καταλήξει σε ένα ποσό της τάξεως των 911 εκατ. ευρώ, δηλαδή μόνο το ένα τρίτο του συνολικού ποσού που καταβάλλουν τα φυσικά πρόσωπα. Στις πλάτες 1.466.924 ατόμων που αντιστοιχούν στο 23% του συνολικού πληθυσμού, πέφτει το βάρος του να πληρώσουν 1,8 δισ. ευρώ ή τα δύο τρίτα που θέλει να εισπράττει κάθε χρόνο το υπουργείο Οικονομικών από τον ΕΝΦΙΑ των φυσικών προσώπων. Δηλαδή, τα δύο τρίτα των ιδιοκτητών με τις μικρότερες περιουσίες πληρώνουν κατά μέσον όρο 185 ευρώ, ενώ το ένα τρίτο των ιδιοκτητών με τη μεγαλύτερη περιουσία καταβάλλει κατά μέσον όρο 1.228 ευρώ. Υποτίθεται ότι ο ΕΝΦΙΑ έχει την πιο «πλατιά» φορολογική βάση μεταξύ των φόρων που επιβάλλονται στην Ελλάδα και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι δανειστές δεν δέχονται την αντικατάσταση ή την εκ βάθρων τροποποίησή του. Παρά το γεγονός ότι πληρώνουν όλοι, τα βάρη που πέφτουν σε όσους έχουν μεσαία και μεγάλη ακίνητη περιουσία είναι πολύ μεγάλα. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους:

1. Στον τεράστιο κατακερματισμό που παρατηρείται στην ακίνητη περιουσία των Ελλήνων. Υστερα από 10ετίες μεταβίβασης περιουσιών από κληρονόμο σε κληρονόμο αλλά και με δεδομένη την επιθυμία των περισσότερων οικογενειών να μεταβιβάζουν την ψιλή κυριότητα στα τέκνα, οι περισσότεροι εμφανίζονται στο περιουσιολόγιο με ατομική περιουσία χαμηλότερη των 50.000-100.000 ευρώ.

2. Στο γεγονός ότι η μεσαία και η μεγάλη ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα επιβαρύνονται και με τον συμπληρωματικό φόρο, ο οποίος μάλιστα αυξήθηκε επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ λόγω μείωσης του αφορολογήτου από τις 300.000 στις 200.000 ευρώ αλλά και λόγω της αύξησης φορολογικών συντελεστών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ