ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Χίλιες και μία... success stories

ΑΘΗΝΑ ΔΡΕΤΤΑ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΩΛΑΚΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κ​​άθε κυβέρνηση κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών προσπάθησε να πείσει τους πολίτες ότι χάρη στις προσπάθειές της η κρίση σύντομα θα «αποτελούσε παρελθόν» και οι επενδύσεις θα «άλλαζαν τη χώρα». Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όχι απλώς δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά διαπρέπει στον τομέα αυτό, ίσως μάλιστα μόνο σε αυτόν. Βέβαια, δίπλα στις επενδύσεις που διαλαλεί πως θα πραγματοποιηθούν ο κ. Τσίπρας, είναι από τη μία αυτές που «δεν προχωράνε», όπως το Ελληνικό που κινείται τα δυόμισι χρόνια της κυβέρνησής του με ρυθμούς χελώνας, η Κασσιόπη που κόλλησε και η Αφάντου που πάει από πρόβλημα σε πρόβλημα, και από την άλλη οι μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις που φεύγουν. Είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που «δραπετεύουν» προς τις πιο φιλικές γειτονικές χώρες, είναι όμως και η Pepsico-ΗΒΗ που έκλεισε το εργοστάσιο των Οινοφύτων, η ΙΜΑΣ της ContiTech, το κλειστό εργοστάσιο της BSH Hellas (πρώην Πίτσος) στου Ρέντη και η Froneri Hellas, που διέκοψε τη λειτουργία του εργοστασίου της στον Ταύρο απολύοντας τα σχεδόν 200 άτομα μόνιμου και εποχικού προσωπικού . Δύο είναι λοιπόν τα ερωτήματα που προκύπτουν: Το πρώτο είναι γιατί η κυβέρνηση συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο και το δεύτερο τι θα έπρεπε να κάνουμε. 

Στο πρώτο ερώτημα, την αρχική απάντηση δίνουν οι ίδιες αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, από τη μία ριζοσπαστική αριστερά, από την άλλη ρητορεία περί επιχειρηματικότητας και επενδύσεων. Από τη μία αποστροφή για τον ιδιωτικό τομέα και από την άλλη πρόσκληση σε επενδυτές. Για να το πούμε πιο απλά, ο ΣΥΡΙΖΑ θυμάται πού και πού αυτό που κάποτε παρουσίαζε ως ριζοσπαστικό εαυτό και από την άλλη είναι ανίκανος να μεταμορφωθεί σε σοσιαλδημοκρατία. Οι παραστάσεις, η πολιτική κουλτούρα, αλλά και η διαχειριστική ανικανότητα των στελεχών δεν του επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Οι ΑΝΕΛ σε αυτή την κουβέντα δεν μπορούν καν να υπάρξουν, είναι απλά το απαραίτητο κοινοβουλευτικό συμπλήρωμα για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Το δεύτερο ερώτημα, όμως, είναι το πλέον σημαντικό: Τι θα έπρεπε να κάνουμε; Η πρώτη παραδοχή είναι πως χρειαζόμαστε μεγάλα ποσά επενδύσεων για να επιτύχουμε μια γρήγορη οικονομική μεγέθυνση· σε μια πρόσφατη μελέτη της PwC οι επενδυτικές ανάγκες για την περίοδο 2017-2022 εκτιμώνται σε 270 δισ. ευρώ, ενώ τα δυνητικά ποσά χρηματοδότησης για την ίδια περίοδο υπολογίζονται στα 115 δισ. ευρώ. Είναι παραπάνω από προφανές ότι το ποσό που υπολείπεται δεν μπορεί να προέλθει από το Δημόσιο, είναι λοιπόν πολύ πιθανό να υπάρξει μία ακόμη περίοδος ελλιπούς χρηματοδότησης· ειδικά αν το τραπεζικό σύστημα της χώρας εξακολουθήσει να βρίσκεται στην τωρινή προβληματική κατάσταση (με αρνητική καθαρή αποταμίευση, διόγκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λπ.), τότε θα συμβάλει στις μειωμένες επενδύσεις. Τι απομένει λοιπόν; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα ανατρέξουμε στον Δείκτη Εμπιστοσύνης Ξένων Αμεσων Επενδύσεων όπως το δημοσιεύει η A.T. Kearney. Οι κυριότερες παράμετροι που καθορίζουν την πραγματοποίηση μιας επένδυσης είναι κατά σειρά:

• Η ύπαρξη ποιοτικών ευκαιριών.

• Το μακροοικονομικό περιβάλλον.

• Η διαθεσιμότητα των πόρων.

• Το ύψος του ρίσκου.

• Ο νομισματικός κίνδυνος.

• Το ρυθμιστικό περιβάλλον.

• Οι τιμές.

Εύκολα μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι ενώ στην περίπτωση της χώρας μας οι ευκαιρίες φαίνεται να υπάρχουν και μάλιστα σε (δυστυχώς) χαμηλότατες τιμές, ο νομισματικός κίνδυνος επίσης είναι μειωμένος μετά τη στροφή της κυβέρνησης και την ελαχιστοποίηση των όποιων συζητήσεων περί Grexit, τα υπόλοιπα στοιχεία είναι προβληματικά. Το μακροοικονομικό περιβάλλον δεν έχει οριστικά σταθεροποιηθεί, ενώ οι παλινωδίες του 2015 και η τότε διαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη αφενός μεγάλωσαν τον λογαριασμό, αφετέρου δυσκόλεψαν τη σταθεροποίηση πηγαίνοντάς μας πίσω. Το ρυθμιστικό περιβάλλον από την άλλη παραμένει εχθρικό προς τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να επενδύσουν. Στην πραγματικότητα, τα εμπόδια ξεκινούν από τις αδειοδοτήσεις και τη γραφειοκρατία, επεκτείνονται με τις συχνές αλλαγές και το ασταθές περιβάλλον και η εικόνα ολοκληρώνεται με τις πολυετείς καθυστερήσεις στον τομέα της Δικαιοσύνης.

Αυτά ακριβώς πρέπει να αρχίσουμε να διορθώνουμε, με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα εάν θέλουμε να πείσουμε τους επενδυτές πως αποτελεί ευκαιρία να επενδύσουν στη χώρα. Βέβαια, από την άλλη μπορούμε να συνεχίσουμε τη μια μέρα να στέλνουμε «στα τσακίδια» μια εταιρεία και την επομένη να της εκδίδουμε κάποιες άδειες. Με άλλα λόγια, εάν συνεχίσουμε έτσι τις επενδύσεις, και τα success stories θα τα διαβάζουμε μαζί με τα υπόλοιπα παραμύθια της Χαλιμάς.

* Η κ. Αθηνά Δρέττα είναι πρ. γ.γ. Κοινωνικής Ασφάλισης και ο κ. Παναγιώτης Μανωλάκος είναι κοινωνιολόγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ