ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τέλος μνημονίου χωρίς ανάπτυξη φοβούνται οι θεσμοί

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για πρώτη φορά αφ’ ότου η χώρα μπήκε στα μνημόνια, ακούγονται το τελευταίο διάστημα από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες συντονισμένα μηνύματα ότι οι δανειστές θέλουν να δουν το τέλος τους και ότι αυτό είναι εφικτό.

Πηγές των θεσμών πιστώνουν στην κυβέρνηση αποφασιστικότητα, αλλά και οι ίδιοι εμφανίζονται τόσο πρόθυμοι να «πουλήσουν μια θετική ιστορία», όπως λένε, ώστε θεωρούν εφικτό το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης –σε τεχνικό επίπεδο– μέσα σε τέσσερις ημέρες: από την επιστροφή τους στις 28 Νοεμβρίου έως το Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου. Και αυτό παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής έχει υλοποιηθεί μόνο το 30% των περίπου 100 προαπαιτουμένων.

Η Ευρώπη έχει τους λόγους της να θέλει –επιτέλους– να κλείσει το δυσάρεστο κεφάλαιο της Ελλάδας και να πάψει να εκταμιεύει δάνεια προς την Αθήνα, καθώς στις Βρυξέλλες προετοιμάζονται για μια διετή μετάβαση, έως τις ευρωεκλογές του 2019, στο νέο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ιστορίας, χωρίς τη Βρετανία, με ένα νέο πλαίσιο για την Οικονομική και Νομισματική Ενωση, για την τραπεζική ένωση αλλά και για το θέμα των εσωτερικών συνόρων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα έχουν ήδη τελειώσει και, κυρίως, δεν σημαίνει ότι οι δανειστές έχουν πεισθεί για την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα και στην ευημερία μετά τις 20 Αυγούστου του 2018. Αντιθέτως, σε συνομιλίες τους διακρίνεται ξεκάθαρα η ανησυχία τους για τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική της Ελλάδας.

Μάλιστα, επισημαίνουν στους συνομιλητές τους ότι «η Ελλάδα εξακολουθεί να μην είναι ελκυστική στους επενδυτές». Και παρότι αναφέρονται στην πραγματοποίηση κάποιας προόδου σε σχέση με τη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας, δεν κρύβουν ότι κάποιος που ενδιαφέρεται να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του στην Ελλάδα «θέλει να δει επίλυση των προβλημάτων στο Ελληνικό και με την Eldorado». Ακόμη, εξακολουθούν να επισημαίνουν την ανάγκη να αποκτήσει η κυβέρνηση μεγαλύτερη «ιδιοκτησία» του προγράμματος και μιλούν για άλλες ιδιωτικοποιήσεις, πέραν του Ελληνικού, που έχουν μείνει πίσω, όπως της Εγνατίας Οδού.

Ιδιαίτερη πηγή ανησυχίας τους είναι οι τράπεζες, για τις οποίες προειδοποιούν ότι αν δεν πετύχουν, η Ελλάδα ίσως μεν καταφέρει να εξασφαλίσει ένα ρυθμό ανάπτυξης 2% το 2018, αλλά μετά θα σταματήσει. Εξ ου και η πίεση για την έναρξη των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.

Ωστόσο, διαμηνύουν σε κάθε τόνο ότι δεν θέλουν να «επαναληφθεί το 2014», όταν η χώρα έφτασε ένα βήμα πριν από το τέλος του δεύτερου μνημονίου και τελικά χρειάστηκε ένα τρίτο.

Στην Ευρώπη, έχουν ετοιμάσει το χρονοδιάγραμμα για το «τελευταίο μίλι», όπως το ονομάζουν, του ελληνικού προγράμματος. Θέλουν να υπάρξει «συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο» (Staff Level Agreement) για την τρίτη αξιολόγηση έως το Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου και στη συνέχεια ολοκλήρωση των εκκρεμών προαπαιτουμένων, ώστε να κλείσει και τυπικά η αξιολόγηση και να ληφθεί η απόφαση εκταμίευσης της δόσης στο Eurogroup της 22ας Ιανουαρίου του 2018. Φυσικά, για να κλείσει η αξιολόγηση, η κυβέρνηση θα κληθεί να πάρει κάποιες δύσκολες αποφάσεις, όπως για την πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ – σε αυτό οι θεσμοί εμφανίζονται ανυποχώρητοι.

Aμέσως μετά –αν έχουν εξελιχθεί όλα σύμφωνα με το σχέδιο– θα αρχίσει η συζήτηση για την «επόμενη μέρα» του μνημονίου. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι παράλληλα θα ξεκινήσουν και οι διαπραγματεύσεις για το χρέος, αλλά τίποτα επίσημο, μόνο σε τεχνικό επίπεδο, χωρίς εντολή των υπουργών Οικονομικών.

Στόχος είναι να έχουν όλα αποφασιστεί έως τον Μάιο με Ιούνιο, μαζί με την τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση. Ενας σχεδιασμός που αποκτά τεράστιο πολιτικό ενδιαφέρον για την κυβέρνηση, προκειμένου να αποφασίσει τον εκλογικό χρόνο.

Σύμφωνα με την ανάλυση των θεσμών, η λύση της επόμενης μέρας πρέπει να εξασφαλίζει ισορροπία ανάμεσα στις επιθυμίες των αγορών, που θέλουν βιώσιμο χρέος και αξιοπιστία, της Ευρωζώνης, η οποία ενδιαφέρεται για την εφαρμογή των πολιτικών δημοσιονομικής σταθερότητας μεσοπρόθεσμα, και της Ελλάδας, για ένα πλαίσιο υποστήριξης και εποπτείας που να της επιτρέπει την επιστροφή στην κανονικότητα.

Αυξημένη εποπτεία

Στο πλαίσιο αυτό, επικρατέστερο σενάριο παραμένει η έξοδος μεν από το μνημόνιο, αλλά όχι ακριβώς «καθαρή», με την έννοια ότι θα συνοδεύεται από αυξημένη εποπτεία (γίνεται αναφορά σε μια παραλλαγή του προβλεπόμενου, σχεδόν «μνημονιακού», πλαισίου της ενισχυμένης προληπτικής γραμμής στήριξης). Επίσης, η ελάφρυνση του χρέους θα εφαρμοστεί σταδιακά και πιθανότατα υπό όρους τήρησης συγκεκριμένων δεσμεύσεων.

Το σχέδιο θα συνοδεύεται από μια «εγγύηση» της τάξης των 9 δισ. ευρώ από τον ESM (το πρώτο τμήμα ίσως εκταμιευθεί με τη δόση της τρίτης αξιολόγησης, του Ιανουαρίου του 2018) ως «μαξιλάρι» ασφαλείας για να επιστρέψει η χώρα στις αγορές. Το «μαξιλάρι» θα συμπληρωθεί με 4-6 δισ. ευρώ από την Ελλάδα, ώστε να φτάσει συνολικά τα 13-15 δισ. ευρώ.

Βασικό επιχείρημα του θετικού σεναρίου των θεσμών αποτελεί, εξάλλου, η εκτίμησή τους ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον θέμα ρευστότητας, καθώς διαθέτει πάνω από 5-6 δισ. ευρώ, συν 3-5 δισ. που θα μπορούσε να αντλήσει από τους φορείς της γενικής κυβέρνησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ