ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Άποψη: Τέλος στην ανοχή στους συμπαθούντες την «πολιτική βία»

ΝΙΚ ΦΟΣΤΕΡ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H τρομοκρατία, σε ορισμένες πτυχές της, είναι η ίδια σε όλο τον κόσμο. Η τρομοκρατία είναι αηδιαστική και απάνθρωπη. Σκοτώνει αθώους. Οι τρομοκράτες είναι εγκληματίες. Είναι δολοφόνοι και ανήκουν στη φυλακή.

Ωστόσο, η προέλευση, το παρασκήνιο και οι συνθήκες εντός των οποίων υφίσταται η τρομοκρατία είναι διαφορετικές σε κάθε χώρα. Το πρόβλημα της τρομοκρατίας έχει διαφορετικά τοπικά χαρακτηριστικά – διαφορετικά κίνητρα και διαφορετικές ιδεολογίες (θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές). Μια κυβέρνηση που θέλει να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία πρέπει να καταλάβει τα κίνητρα των τρομοκρατικών οργανώσεων, τις πηγές οπλισμού και χρηματοδότησής της και τον βαθμό υποστήριξης που απολαμβάνει στην κοινωνία ευρύτερα. 

Η διήμερη άδεια του Δημήτρη Κουφοντίνα, του καταδικασθέντος δολοφόνου της «17Ν» και η θύελλα των αντιδράσεων που προκάλεσε, επανέφεραν στο προσκήνιο για μία ακόμα φορά το ζήτημα της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Πολλοί λίγοι στην Ελλάδα υποστηρίζουν τον Κουφοντίνα και την τρομοκρατία που πρεσβεύει. Η συντριπτική πλειονότητα γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι ένας δειλός εγκληματίας, που σκό­τω­σε άοπλους ανθρώπους και κατέστρεψε τις ζωές ολόκληρων οικογενειών. Οι περισσότεροι Ελληνες αναγνωρίζουν ότι πρέπει να παραμείνει στη φυλακή και να εκτίσει την ποινή του.

Υπάρχει, όμως, ένα ευρύτερο ζήτημα. Πρόκειται για την υποστήριξη που απολαμβάνει η «πολιτική βία» σε –ολιγάριθμα, έστω– τμήματα της ελληνικής κοινωνίας (τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος). Είναι ένα ζήτημα που σχεδόν ξεκαθαρίστηκε τρεις φορές στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας. 

Η πρώτη ήταν το 1975, μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν η άκρα Δεξιά δέχθηκε ένα σφοδρό πλήγμα και οι περισσότεροι αγωνιστές της Αντίστασης γύρισαν στην Ελλάδα, εγκατέλειψαν τα όπλα και δραστηριοποιήθηκαν πολιτικά στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος.  

Η δεύτερη ήταν το 1981, όταν η νίκη του ΠΑΣΟΚ απέδειξε ότι η Αριστερά μπορούσε να πάρει την εξουσία μέσω της εκλογικής διαδικασίας χωρίς να προκληθεί νέο πραξικόπημα. Η τρίτη ήταν το 2002, όταν η εξάρθρωση της «17Ν» διέλυσε τη συνωμοσιολογία που συνόδευε την οργάνωση και αποκάλυψε ότι τα μέλη της, το φάσμα των οποίων πλανάτο επί δεκαετίες πάνω από τη χώρα, ήταν κοινοί εγκληματίες, ανθρωπάκια με διεστραμμένα μυαλά. Η άδεια του Κουφοντίνα δυστυχώς ανέδειξε το γεγονός ότι η υποστήριξη προς την «πολιτική βία» δεν έχει ακόμα εξαλειφθεί.  

Τώρα, ίσως, είναι η ώρα να παταχθεί οριστικά. Δεν υφίσταται η έννοια της «πολιτικής βίας» σε μια δημοκρατική χώρα. Οι αγωνιστές κατά της χούντας που γνώρισα όταν υπηρέτησα στην Ελλάδα ήταν ξεκάθαροι σε αυτό το θεμελιώδες ζήτημα. Πολέμησαν με κίνδυνο της ζωής τους κατά της δικτατορίας για να αποκαταστήσουν τη Δημοκρατία. Οι τρομοκράτες που σκότωναν και ακρωτηρίαζαν από το 1975 και μετά, πολεμούσαν κατά της Δημοκρατίας.   

Ευτυχώς για την Ελλάδα, η ελληνική αστυνομία είναι ένα σώμα που διακρίνεται από επαγγελματισμό και σημαντικές επιχειρησιακές ικανότητες, που της έχουν επιτρέψει να εξαρθρώσει πολλά τρομοκρατικά κυκλώματα. Αλλά δεν μπορεί η ελληνική αστυνομία να εκριζώσει τη στήριξη στην «πολιτική βία» που εξακολουθεί να υπάρχει στην κοινωνία. Μόνο ο ελληνικός λαός μπορεί να το κάνει αυτό.

Ο ελληνικός λαός πρέπει να πει στα παιδιά με τις κουκούλες στα Εξάρχεια, που παριστάνουν τον Τσε Γκεβάρα, ότι δεν ανέχεται πλέον τα αξιοθρήνητα και παιδαριώδη ξεσπάσματά τους. Πρέπει να τους πει ότι οι βόμβες μολότοφ τραυματίζουν αθώους ανθρώπους, κάτι απολύτως απαράδεκτο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Πρέπει να τους κάνει να καταλάβουν ότι δεν είναι αγωνιστές για την ελευθερία αλλά εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου και ότι τα καλάσνικοφ που αρέσκονται να χρησιμοποιούν είναι τα αξεσουάρ κακομαθημένων, διεστραμμένων παιδιών. Τα ηλίθια παιχνίδια τους πρέπει επιτέλους να σταματήσουν.   

Ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο όσο σήμερα σε μια Δημοκρατία, για τον καθένα να προωθήσει ειρηνικά τις απόψεις του μέσω του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ισως για πρώτη φορά στην Ιστορία, κάποιος ο οποίος προωθεί ένα πολιτικό πρόγραμμα που κερδίζει ευρεία υποστήριξη να μπορεί να παρακάμψει τις υφιστάμενες ελίτ και να αποκτήσει πολιτική επιρροή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία.

Αν, ωστόσο, οι πολιτικές απόψεις κάποιου δεν τυγχάνουν ευρείας αποδοχής, πρέπει αυτός να αποδεχθεί ότι δεν γίνεται να τις επιβάλει μέσω του εκφοβισμού ή της βίας. Αυτές οι πρακτικές είναι χαρακτηριστικό των σταλινιστών και των φασιστών. Σε μια Δημοκρατία ανήκουν στη σφαίρα του ποινικού δικαίου.        

Δεν υπάρχει θέση σε μια Δημοκρατία για όσους υποστηρίζουν πράξεις βίας που στρέφονται κατά της ίδιας της Δημοκρατίας. Πρέπει να υπάρξει η αναγκαία πολιτική και κοινωνική βούληση για να εξαλειφθεί το φαινόμενο. Ολοι όσοι θέλουν να ζουν ειρηνικά με τα παιδιά τους και τους γείτονές τους πρέπει να πάρουν θέση, όπως είχαν πάρει θέση οι γενναίοι συγγενείς των θυμάτων της «17Ν». Πρέπει η σιωπηλή, συντριπτική αυτή πλειοψηφία να καταστήσει σαφές στους υποστηρικτές τής «πολιτικής βίας» ότι είναι ανεπιθύμητοι – στα πανεπιστήμια, στις ειδήσεις της τηλεόρασης, στις στήλες των εφημερίδων, στο Κοινοβούλιο. Το μήνυμα πρέπει να ακουστεί στεντόρεια.  «Αν υποστηρίζετε τη λεγόμενη “πολιτική βία”, φύγετε από τη δημοκρατική μας χώρα μας. ΩΣ ΕΔΩ».      

*Ο κ. Νικ Φόστερ υπηρέτησε ως διπλωμάτης στη βρετανική πρεσβεία την περίοδο 1998-2003.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ