ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με δανεικά ρούχα από γείτονες και απλανές βλέμμα ο Θωμάς Μπόνο στέκεται στο δωμάτιο που μέχρι το πρωί της Τετάρτης ήταν το σαλόνι του σπιτιού του. Στους τοίχους γύρω του μια καφέ γραμμή ορίζει την καταστροφή. Φτάνει λίγο πιο κάτω από το μέτωπό του σε ύψος 1,70 μ. Εκεί ανέβηκε η στάθμη του νερού τη μέρα της πλημμύρας.

Η βοή του νερού που κατέβαινε από το όρος Πατέρας ξύπνησε τον 21χρονο στη Μάνδρα Αττικής. Αρχικά νόμιζε ότι κάποιοι τσακώνονταν. «Κοίταξα, όμως, από το παράθυρο και είδα τον χείμαρρο να παρασέρνει τα αυτοκίνητα, το ένα μετά το άλλο», λέει. Μαζί με τον πατέρα του τοποθέτησαν δύο γλάστρες και χαλιά στην πίσω πόρτα, στον χώρο της κουζίνας. Αυτό ήταν το πιο τρωτό σημείο του σπιτιού, εκεί χτυπούσαν τα νερά. Τα κουφώματα αλουμινίου σε ένα παράθυρο της κουζίνας άντεξαν την πίεση, η ξύλινη πόρτα, όμως, φαινόταν να λυγίζει. Πατέρας και γιος έριξαν τα σώματά τους πάνω της για να τη συγκρατήσουν με το βάρος τους. «Σπάει η πόρτα!» φώναξε ένας από τους δύο, προτού η ορμή των νερών τους πετάξει στον τοίχο απέναντι.

«Οποτε κλείνω τα μάτια μου βλέπω αυτή την εικόνα. Πώς μας έστειλε το νερό εκεί», λέει ο Θωμάς Μπόνο. Τον Φεβρουάριο του 2015, σε άλλη πλημμύρα, οι δύο άνδρες είχαν προσπαθήσει με τον ίδιο τρόπο να σώσουν την οικογενειακή περιουσία. Τότε, η πόρτα άντεξε.

Πρόχειρα φράγματα 

Δημοτικός υπάλληλος δίνει φαγητό σε εγκλωβισμένη κάτοικο. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Στη Μάνδρα Αττικής όλοι οι πλημμυροπαθείς που μίλησαν στην «Κ» είχαν και μια παλιότερη εμπειρία καταστροφής να διηγηθούν. Κάποιοι είχαν χάσει και πριν από δύο χρόνια τα αυτοκίνητά τους όταν παρασύρθηκαν από τα νερά, ενώ άλλοι είχαν δει μέρος της οικοσκευής τους να πνίγεται στα υπόγεια. Εκτοτε, ορισμένοι ντόπιοι προσπάθησαν να οχυρωθούν και έχτισαν –νόμιμα, με οικοδομικές άδειες όπως υποστηρίζουν– μαντρότοιχους για να λειτουργήσουν ως φράγματα σε μελλοντική πλημμύρα. Ούτε αυτές οι κατασκευές, όμως, στάθηκαν στη θέση τους.

Μία ημέρα μετά την πλημμύρα έξω από τις προσόψεις καταστημάτων που είχαν γλιτώσει οι ιδιοκτήτες τοποθέτησαν πρόχειρα στο πεζοδρόμιο ξύλινες παλέτες για να ανακόψουν την πορεία των υδάτων σε περίπτωση νέας καταστροφής. Αλλωστε όσο τα σύννεφα παρέμεναν καθισμένα πάνω από την περιοχή των 12.000 κατοίκων, κανείς δεν ένιωθε ασφαλής.

Τουλάχιστον 1.000 σπίτια ή επιχειρήσεις παρέμεναν για περισσότερες από 24 ώρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ οι απεγκλωβισμοί πολιτών από οικίες και αυτοκίνητα είχαν ξεπεράσει τους 80. Την επομένη της πλημμύρας οι νεκροί ήταν 16 και συνεχίζονταν έρευνες για αγνοούμενους. Το Σάββατο εντοπίστηκαν τρεις σοροί και την Κυριακή άλλη μία. 

«Το 2015 ο χείμαρρος μας είχε πάρει το αυτοκίνητο. Το φτιάξαμε έπειτα, αλλά τώρα το νερό μάς το πήρε πάλι. Είναι η τέταρτη φορά που πλήττεται η περιοχή μας», λέει η Μαρία Διολέτη, ξεδιαλύνοντας τα φερτά υλικά στα πεζούλια της μονοκατοικίας της την επομένη της πλημμύρας. «Επρεπε να είχαν στείλει τον στρατό να καθαρίσει τους δρόμους», προσθέτει.

Τους κύκλωσε το νερό

Στο γειτονικό οικόπεδο ένα σπίτι είχε γλιτώσει πριν από δύο χρόνια με μικρή ζημιά. Το νερό είχε φτάσει τότε στο εσωτερικό του τους 30 πόντους. Αυτή τη φορά, όμως, ο χείμαρρος κύκλωσε το οίκημα και έριξε πάνω του δύο αυτοκίνητα. Σε ένα κοντέινερ στην αυλή του οικοπέδου ο Θανάσης Διαγούπης, συγγενής του ιδιοκτήτη, φυλούσε εξοπλισμό ξυλείας. «Το νερό σήκωσε το κοντέινερ ένα μέτρο ψηλά και το έριξε πάνω στο αυτοκίνητο», λέει ο ξυλουργός που είδε όλα τα εμπορεύματά του να καταστρέφονται.

Είναι απελπισμένος, όχι μόνο για τη δική του οικονομική ζημία, αλλά για την εικόνα ολόγυρά του. «Απέναντι μέχρι την Τρίτη υπήρχε φούρνος, δίπλα σουβλατζίδικο. Πάνε όλα», λέει. Τα δύο καταστήματα έχουν καταστραφεί ολοσχερώς. Λείπουν τζαμαρίες, πλαϊνοί τοίχοι και εξοπλισμός. Παρόμοια είναι η εικόνα σε κάθε σημείο στα 1,6 χιλιόμετρα κατά μήκος της οδού Κοροπούλη, του δρόμου που χτυπήθηκε με τη μεγαλύτερη σφοδρότητα από τον χείμαρρο.

Ο Θανάσης Διαγούπης έχασε ξυλουργικό εξοπλισμό στην πλημμύρα. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Με φτυάρια και γαλότσες άλλοι κάτοικοι, οι περισσότεροι κατά μήκος της ίδια οδού προσπαθούν να ξεθάψουν από τη λάσπη τις περιουσίες τους. Στον αέρα, ανακατεμένη με την υγρασία που έχει φωλιάσει σε κάθε στενό, είναι ακόμη αισθητή η οσμή του πετρελαίου θέρμανσης από τις δεξαμενές στα υπόγεια των σπιτιών που πλημμύρισαν. Ο Δημήτρης Λιάσκος είχε γλιτώσει το 2015 μόνο με έναν κατεστραμμένο λέβητα. Τώρα οι υλικές ζημιές που έχει το σπίτι του είναι μεγαλύτερες.

Ο Δημήτρης Λιάσκος προσπάθησε να σώσει ό,τι πρόλαβε όταν αντιλήφθηκε τον χείμαρρο. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

«Τουλάχιστον πρόλαβα και ανέβασα το αυτοκίνητό μου στον λόφο όταν κατάλαβα τι θα συμβεί. Στη γωνία βρισκόταν ένα αιωνόβιο πεύκο που ξεριζώθηκε. Αν ήσουν στον δρόμο και σε πετύχαινε το νερό, σε έπνιγε», λέει.

Και γύρω από το δικό του οικόπεδο ισοπεδώθηκε ο μαντρότοιχος. Λέει ότι τα ίδια ρέματα που προκάλεσαν το κακό πριν από δύο χρόνια ευθύνονται και τώρα. «Σε προειδοποιεί η φύση. Πλημμύρισες μια φορά, πήρες όμως μέτρα για την επόμενη;» λέει.

Στους περισσότερους κατοίκους της Μάνδρας η ύπαρξη ρεμάτων στην ευρύτερη περιοχή και το μπάζωμά τους δεν είναι κάτι άγνωστο. Ορισμένοι μιλούν στην «Κ» για αβλεψίες στην αντιπλημμυρική θωράκιση της περιοχής ή κάνουν λόγο για έργα αισθητικής βελτίωσης πεζοδρομίων και όχι ουσιαστικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, όπως λένε, τα σπίτια τους είτε διαθέτουν οικοδομικές άδειες είτε άλλοι τα αγόρασαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Ο χείμαρρος πήρε ζωές και κατέστρεψε περιουσίες. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Ο Στέφανο Μπόνο λέει ότι πλήρωσε σχεδόν 150.000 ευρώ (μαζί με τα χρήματα του τραπεζικού δανείου) για να αγοράσει και να ανακαινίσει το σπίτι όπου έμενε η εξαμελής οικογένειά του. Πριν από δύο χρόνια και το δικό του αμάξι παρασύρθηκε από τα νερά, ενώ παλιότερα είχε σώσει τον πατέρα του από πνιγμό, πάλι στην ίδια περιοχή. Τότε, όπως λέει, χρειάστηκε σχεδόν να κολυμπήσει για να διασχίσει το δρόμο έξω από το σπίτι του.

Ο Στέφανο Μπόνο με τη σύζυγό του στο γάμο τους. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

«Ο κόσμος έφτιαξε φράχτες μετά τις πλημμύρες για να προστατέψει τα σπίτια του, αλλά πού πήγαν τώρα όλα αυτά;» λέει. Υποστηρίζει ότι δεν αποζημιώθηκε στο παρελθόν για αντίστοιχες φθορές. Και άλλοι κάτοικοι που μίλησαν στην «Κ» ανέφεραν το ίδιο και αγωνιούν εάν αυτή τη φορά θα εισπράξουν όσα λένε ότι δικαιούνται. 

Μετά την καταστροφή, πάντως, πέρα από τις δυνάμεις των πυροσβεστών και των εθελοντών που έσπευσαν να τους βοηθήσουν, οι κάτοικοι της Μάνδρας βρήκαν στηρίγματα και στους γείτονές τους. Ο Θωμάς Μπόνο και ο πατέρας του κατάφεραν να σωθούν πατώντας σε μαδέρια που είχαν στερεώσει στη σκεπή τους γείτονες από το διπλανό μπαλκόνι. Την επομένη, όσο μάζευαν τις λάσπες, μια γυναίκα τους έφερε παστίτσιο και κρασί. Είχαν περάσει όλη τη νύχτα στην ταράτσα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ