ΕΛΛΑΔΑ

Φόροι, ρεύμα και ενοίκια κάνουν τον καφέ μας... πικρό

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην Ελλάδα ζούμε την αντίφαση του καφέ. Από τη μια υπάρχουν πολλά καφενεία και καφετέριες με αρκετό κόσμο στα τραπεζοκαθίσματα (αν και η κατανάλωση καφέ είναι μέτρια για τα ευρωπαϊκά δεδομένα), από την άλλη ο σερβιρισμένος καφές παραμένει ακριβός, ειδικά σε σύγκριση με τους μειωμένους μισθούς και την ανεργία.

«Ο καφές στην καφετέρια είναι πλέον η βασική έξοδος του Ελληνα και μία από τις τελευταίες που του έχουν απομείνει. Ειδικά ο κόσμος που έρχεται τις πρωινές ώρες δείχνει την έκταση της ανεργίας και το μεγάλο ποσοστό όσων δεν εργάζονται. Δεν έχουν τι να κάνουν και βγαίνουν έστω και για έναν καφέ. Από την άλλη, ακόμα και αυτή η έξοδος είναι ακριβή για τις σημερινές συνθήκες. Τις προάλλες ένας πελάτης συνταξιούχος μου έλεγε πως αδυνατώ να προσφέρω έστω κι έναν καφέ την ημέρα στη σύζυγό μου», λέει στην «Κ» ο Παναγιώτης που έχει καφετέρια στο Κερατσίνι.

Οι τιμές του σερβιριζόμενου καφέ παραμένουν υψηλές στην Ελλάδα, σε αντίθεση με εκείνες του καφέ που παίρνεις στο χέρι και οι οποίες έχουν μειωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. «Η τιμή του φρέντο και του φρέντο καπουτσίνο, σερβιριζόμενου στο μαγαζί, είναι 3 και 3,20 αντιστοίχως. Παραμένουν λίγο ώς πολύ σταθερές την τελευταία πενταετία. Γιατί δεν τις μειώσαμε; Γιατί αυξήθηκε πολύ η φορολογία, όλα αυτά τα χρόνια, την οποία απορροφήσαμε. Ο ΦΠΑ στον καφέ ήταν 6%, πήγε 9%, μετά 13%, 23% και τώρα 24%», μας λέει ο Νίκος, με καφετέρια στο Ιλιον. Επίσης, από 1η Ιανουαρίου 2017 επιβλήθηκε επιπλέον φόρος στον καφέ 3 ευρώ το κιλό (4 ευρώ στον στιγμιαίο, π.χ. νεσκαφέ), που οδήγησε σε σημαντική αύξηση των τιμών αγοράς.

Κόστος και τιμολόγηση

«Αγοράζω τον εσπρέσο 20 ευρώ το κιλό. Μου έχουν προτείνει και πολύ πιο φτηνά προϊόντα, ακόμα και λαθραία από Βουλγαρία και αλλού. Δεν το έχω επιλέξει, γιατί με ενδιαφέρει πολύ η ποιότητα του καφέ, αλλιώς θα χάσω την πελατεία. Σε κάθε μερίδα καφέ περιέχονται περίπου 15 γραμμάρια εσπρέσο. Επειδή υπάρχει και φύρα, υπολογίζω σε κάθε κιλό 55-60 μερίδες», μας λέει ο Νίκος, σημειώνοντας ταυτόχρονα, πως ο εσπρέσο σε όλες τις παραλλαγές του έχει μια σχέση 20:1 με τον νεσκαφέ (πριν από 20 χρόνια ήταν το ανάποδο), ενώ ένα μικρό μερίδιο έχει ο ελληνικός καφές. Αυτό σημαίνει πως το κόστος του καφέ που υπάρχει μέσα σε κάθε ρόφημα καφέ δεν ξεπερνά τα 40 λεπτά, με εξαιρετική ποιότητα. Πώς μπορεί να διαμορφώνονται οι τιμές των τριών ή και τεσσάρων ευρώ (σε καφέ του Κέντρου και των τουριστικών περιοχών) για σερβιριζόμενο καφέ ή ακόμα και του 1,5-2 ευρώ για πακέτο; Από την πλευρά του καταναλωτή φαίνεται πανάκριβη ακόμα και αισχροκέρδεια.

Οι καταστηματάρχες από την πλευρά τους σημειώνουν πως η τιμή του ροφήματος καφέ, ειδικά του σερβιρισμένου, ανεβαίνει λόγω και άλλων επιβαρύνσεων, που είναι κυριολεκτικά ασήκωτες. «Η φορολογία είναι δυσβάστακτη, στην πραγματικότητα εάν κόψουμε όλες τις αποδείξεις δεν βγαίνουμε», λέει ιδιοκτήτης καφέ από το κέντρο της Αθήνας, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά και στην αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών. «Ευτυχώς τα ενοίκια έχουν μείνει σταθερά ή και μειώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Επίσης, και τα δημοτικά τέλη για τα τραπεζοκαθίσματα έχουν παγώσει, αν και παραμένουν υψηλά», συμπληρώνει.

«Ο φόβος μας βρίσκεται στα ψυγεία και αφορά τον λογαριασμό της ΔΕΗ», σημειώνει ο Ευθύμης, που διαθέτει καφέ κυρίως για διανομή στον Πειραιά. «Μαγαζιά σαν το δικό μας έχουν πολλά ψυγεία, με μεγάλη κατανάλωση ρεύματος. Μας πονούν οι αυξήσεις των τιμολογίων της ΔΕΗ», συμπληρώνει. Ο Ευθύμης έχει προχωρήσει σε μείωση της τιμής του καφέ που διανέμει (από 2,20 σε 1,90 ευρώ τον φρέντο). «Κρατήσαμε το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας μας στον πρώτο καφέ, νωρίς το πρωί, που δεν προλαβαίνει να τον πιει στο σπίτι. Αλλά κόπηκε ο δεύτερος καφές. Τώρα πια τον φτιάχνουν μόνοι τους στην εργασία τους», μας λέει.

Ο τιμοκατάλογος του καφέ φωτίζει, όμως, και ταξικές διαδρομές, καθώς άλλη είναι η τιμή στο Κολωνάκι, στο Θησείο, σε τουριστικά μέρη και άλλη σε γειτονιές της Αθήνας που κατοικούν φτωχότερα στρώματα. Στο Κέντρο, η τιμή του καπουτσίνο (σερβιριζόμενου) κινείται γύρω στα 4 ευρώ και παραπάνω. Σε περιοχές της Δυτικής Αθήνας θα πιεις καθήμενος τον καπουτσίνο γύρω στα 3 ευρώ, ενώ σε γειτονιές της δεύτερης περιφέρειας του Πειραιά γύρω στα 2,50 - 2,80. Η διαφορά είναι ευδιάκριτη, αλλά ίσως να περιμέναμε να είναι μεγαλύτερη. «Δεν είναι εύκολο να πέσει κι άλλο η τιμή. Μια καφετέρια στο Κέντρο ή σε τουριστικό μέρος έχει δυνητικά επισκέπτες χιλιάδες άτομα, και σίγουρα πουλάει πολύ περισσότερους καφέδες από ένα καφέ στο Κερατσίνι. Εμείς προσπαθούμε να κρατηθούμε με συγκεκριμένη και πολύ μικρότερη πελατεία», μας λέει ο Παναγιώτης. «Γι’ αυτό δεν μπορούμε να μειώσουμε ακόμα περισσότερο τις τιμές μας, παρότι θα έπρεπε να το κάνουμε σε σχέση με το Κέντρο», συμπληρώνει.

Αλλο Αθήνα, άλλο Ρώμη

«Ο καφές είναι διασκέδαση στην Ελλάδα και δυστυχώς από τις λίγες που έχουν μείνει. Βλέπουμε γύρω μας να κλείνουν πολλά μαγαζιά, ειδικά ταβέρνες και να πληθαίνουν τα σημεία πώλησης καφέ. Ακόμα και οι φούρνοι βάζουν, σε λίγο θα βάλουν και τα φαρμακεία! Ο πελάτης μας έρχεται και κάθεται με έναν καφέ δύο και τρεις ώρες. Αυτό εξηγεί σε έναν βαθμό και την τιμή του κάθε φλιτζανιού ή ποτηριού καφέ. Είναι και το ενοίκιο και τα τέλη για τα τραπεζοκαθίσματα μέσα», συμπληρώνει ο Νίκος.

Αυτή την εξήγηση, σε συνδυασμό με την υψηλή φορολογία, δίνουν οι επαγγελματίες του κλάδου για τις σχετικά υψηλές τιμές του καφέ στην Αθήνα (και άλλες πόλεις) σε σχέση με μεγάλα αστικά κέντρα του εξωτερικού. «Στη Ρώμη ο πελάτης πίνει γρήγορα τον εσπρέσο του, συχνά όρθιος και συνεχίζει. Στην Αθήνα περνάει το πρωί του, δεν είναι το ίδιο».

Κι όμως, είναι ο πελάτης που τελικά πληρώνει τα αυξημένα κόστη. Κι αυτό κάνει τον καφέ πικρό...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ